5.8.13

Mια εναλλακτική πρόταση στο φορολογικό αδιέξοδο



Η ταλαιπωρία, για να μην πω ο βασανισμός, των φορολογουμένων από το υπερφορτωμένο taxisnet και από τη δυσνόητη και πολύπλοκη φορολογική νομοθεσία, συνεχίζεται. Εκατομμύρια φορολογούμενοι καταφεύγουν απελπισμένοι σε φοροτεχνικούς για να συμπληρώσουν τη δήλωσή τους. Δηλαδή, για να γνωστοποιήσουν στο κράτος το εισόδημα που απέκτησαν πέρυσι και να πληρώσουν τον φόρο που τους αναλογεί οκτώ ή εννέα μήνες μετά το τέλος του 2012.

Η υψηλή φορολογία σε συνδυασμό με την απίστευτη πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος καταστρέφουν τη χώρα, τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνική άποψη. Η γραφειοκρατία του συστήματος δεν περιγράφεται. Αντί η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη έγινε περισσότερο δυσνόητη και περίπλοκη και μάλιστα χωρίς να αντικαταστήσει την παραδοσιακή γραφειοκρατία, καθώς οι φορολογούμενοι καλούνται να υποβάλουν σειρά εγγράφων (λ.χ. βεβαιώσεις παρακράτησης φόρου) αυτοπροσώπως στην Εφορία προκειμένου να εκκαθαριστούν οι δηλώσεις τους. Αυτές τις ημέρες σχηματίζονται ουρές φορολογουμένων στις διάφορες ΔΟΥ για να υποβληθούν τα έγγραφα που συνοδεύουν τις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά. Χαμένος χρόνος για τους πολίτες και την οικονομία καθώς οι φορολογούμενοι –κατά κανόνα οι παραγωγικοί πολίτες– αναγκάζονται να χάνουν ώρες και μεροκάματα, για να διεκπεραιώσουν κάτι που θα έπρεπε να γίνεται απλά και γρήγορα. Η συμπλήρωση και υποβολή της φορολογικής δήλωσης εξαιτίας της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις –τις περισσότερες φορές μάλιστα οι φορολογούμενοι είναι αναγκασμένοι να καταφύγουν σε φοροτεχνικούς ή λογιστές για να τα καταφέρουν. Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους δαπανούν μεγάλα ποσά που ανεβάζουν σημαντικά το διοικητικό κόστος τους προκειμένου να παρακολουθήσουν τις συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας και να αποφύγουν τα λάθη, με αβέβαιο τις περισσότερες φορές αποτέλεσμα.

Η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, σε συνδυασμό με την απώλεια των χρημάτων των φορολογουμένων στη μαύρη τρύπα της κρατικής σπατάλης και την έλλειψη αναλογίας με τις ανταποδοτικές παροχές του κράτους, οδηγεί σε απώλεια παραγωγικού χρόνου των πολιτών, αμβλύνει τη φορολογική συνείδησή τους, οδηγεί σε εύλογη καχυποψία από μέρους τους και γιγαντώνει τη φοροδιαφυγή. Όταν όμως ο φορολογούμενος αδυνατεί να κατανοήσει τη λογική της λειτουργίας του φορολογικού συστήματος αποθαρρύνεται και εξ αυτού του λόγου από την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου ή νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν εθνικό προϊόν και θέσεις εργασίας.

Θα επιμείνω για μια ακόμη φορά στην ιδέα της καθιέρωσης αναλογικής φορολογίας στη θέση των σημερινών προοδευτικών συντελεστών με την υιοθέτηση ενός Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή. Η ιδέα αυτή, που εφαρμόστηκε με επιτυχία σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, κερδίζει συνεχώς έδαφος παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις των συνδικάτων των δημοσίων υπαλλήλων και της γραφειοκρατίας των οικονομικών υπουργείων που βρίσκονται σε αγαστή συμμαχία με τις δυνάμεις των δεξιών και αριστερών κρατιστών. Τον περασμένο Μάρτιο ο επιτυχημένος δήμαρχος Λονδίνου και ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Συντηρητικού κόμματος Μπόρις Τζόνσον, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ινδία, πρότεινε κάτι ανάλογο ως λύση κυρίως για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος ανταγωνιστικότητας της βρετανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον Τζόνσον, η καθιέρωση ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή (Flat Tax) θα προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια και επενδύσεις στη χώρα του και θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα του κράτους.

Την ιδέα του Ενιαίου Φορολογικού Συντελεστή παρουσίασε ολοκληρωμένη ήδη από το 2005 ο Στιβ Φορμπς, συγγραφέας και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού, στο πρωτοποριακό βιβλίο του “Flat Tax Revolution”. Ο Φορμπς στο εν λόγω βιβλίο του εξηγεί, ότι ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό τόσο στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος όσο και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ενώ θα ενθάρρυνε τη νόμιμη απόκτηση πλούτου, την αποταμίευση και τις επενδύσεις.

Τις ίδιες πάνω-κάτω απόψεις υποστηρίζει και ο κορυφαίος καθηγητής του φορολογικού δικαίου και πρώην δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας Πάουλ Κίρχοφ1. Ο Κίρχοφ υπήρξε για ένα διάστημα σύμβουλος της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία όμως λίγο πριν από τις προηγούμενες εκλογές στη Γερμανία δεν «άντεξε» την ιδέα του πολιτικού κόστους, που συνεπάγονταν οι ρηξικέλευθες απόψεις του προκαλώντας σωρεία αντιδράσεων του κατεστημένου του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών, και τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τον κύκλο των συμβούλων της.

Η κυβέρνηση και οι κρατιστές όλων των κομμάτων θεωρούν ότι το σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μπορεί να αντιμετωπισθεί με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής χωρίς μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Αλλά η καταιγίδα των φόρων και η μεγάλη αύξηση των φορολογικών συντελεστών από το 2009 έως σήμερα ενέτειναν μάλλον παρά περιόρισαν τη φοροδιαφυγή. Όπως, αντιθέτως, διδάσκει η οικονομική θεωρία και έχει πολλαπλώς αποδειχθεί τα έσοδα του κράτους αυξάνονται2 όταν οι φορολογικοί συντελεστές είναι σε χαμηλά επίπεδα η φοροδιαφυγή μειώνεται και εξ αυτού του λόγου, αλλά –το σημαντικότερο– εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητας των ατόμων.

Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτον, το ατομικό εισόδημα των φυσικών προσώπων από κάθε πηγή να φορολογείται με βασικό συντελεστή 15% το πολύ 20%. Για τα εισοδήματα άνω των 150.000 ευρώ θα μπορούσε να υπάρξει ένας συντελεστής γύρω στο 25% με 30%.

Δεύτερον, να καθιερωθεί αφορολόγητο όριο 5.000 ευρώ, το οποίο θα προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο μέλος του φορολογουμένου που δεν διαθέτει εισόδημα, καθώς και για άτομα με ειδικές ανάγκες ή συμπληρωμένο το 80ό έτος της ηλικίας τους.

Τρίτον, εντός του Ιανουαρίου, κάθε χρόνο οι φορολογούμενοι να υποβάλουν δήλωση μέσω διαδικτύου για το συνολικό εισόδημα που απέκτησαν τον προηγούμενο χρόνο από οποιαδήποτε πηγή. Χωρίς προσφυγή σε φοροτεχνικούς, χωρίς τα δεκάδες άχρηστα κουτάκια της φορολογικής δήλωσης. Ο φορολογούμενος θα ξοδεύει το πολύ μια ώρα για τη συμπλήρωση και την υποβολή της δήλωσής του. Εντός πέντε ημερών ο φόρος θα έχει βεβαιωθεί για όλους τους φορολογούμενους.

Τα θετικά αποτελέσματα μιας τέτοιας φορολογικής μεταρρύθμισης θα άλλαζαν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να σκεφτούμε ότι, ενώ το συνολικό εισόδημα που δημιουργείται στη χώρα για το 2013 είναι κοντά στα 190 δισ. ευρώ, η φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων δεν θα αποδώσει συνολικά περισσότερα από 11 δισ. ευρώ.

Πώς θα επενεργούσε τώρα η καθιέρωση του ενιαίου συντελεστή επί του διαθεσίμου εγχωρίου προϊόντος (με τον υπολογισμό δηλαδή των αποσβέσεων, την αφαίρεση ενός αφορολόγητου ορίου, των εμμέσων φόρων αλλά και της φοροδιαφυγής να παραμένει στα σημερινά επίπεδα). Σε μια τέτοια περίπτωση το διαθέσιμο εισόδημα θα ήταν με συντηρητικούς υπολογισμούς περίπου στα 90 δισ. ευρώ. Με ενιαίο συντελεστή 20% –σε συνδυασμό με την απλότητα του συστήματος που θα επηρέαζε άμεσα την αποτελεσματικότητα του εισπρακτικού μηχανισμού– τα φορολογικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος θα κυμαίνονταν περίπου στα 18 δισ. ευρώ. Το κράτος, μειώνοντας τους φόρους και απλοποιώντας το φορολογικό σύστημα, θα κατόρθωνε να αυξήσει τα έσοδά του τουλάχιστον κατά 60%.

Μάλιστα στον προηγούμενο υπολογισμό δεν έχουμε λάβει υπόψη τη μείωση της φοροδιαφυγής. Αλλά η μείωση των φόρων και η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος –σε συνδυασμό με αυστηρότατες διοικητικές κυρώσεις εναντίον όσων φοροδιαφεύγουν– θα μείωνε δραστικά τη φοροδιαφυγή. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι όσο σοβαρό πρόβλημα είναι η φοροδιαφυγή άλλο τόσο σοβαρό και ακόμη μεγαλύτερο είναι η εξοντωτική φορολόγηση των πολιτών, που καταστρέφει την οικονομία και συγχρόνως απενοχοποιεί πλήρως την πρώτη, οδηγώντας μαζικά πλέον τον κόσμο στη φοροδιαφυγή, όχι για να κερδίσει περισσότερα, αλλά τις περισσότερες φορές για να επιβιώσει στοιχειωδώς.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι φόροι είναι μια βίαιη αρπαγή από το κράτος τμήματος του εισοδήματος και της περιουσίας των πολιτών. Το κράτος μονομερώς επιβάλλει και καθορίζει τους φόρους και θεσπίζει τα μέτρα εξαναγκασμού των πολιτών για την καταβολή τους. Ποια είναι λοιπόν η νομιμοποίηση αυτής της ληστρικής πράξης. Κατά τον κλασικό ορισμό του Τζέσε μια τέτοια βίαιη αφαίρεση του εισοδήματός μας νομιμοποιείται στα πλαίσια του κοινωνικού συμβολαίου που προβλέπει κάποιο αντάλλαγμά της. Όσο πιο μικρή είναι η αφαίρεση του εισοδήματος και όσο πιο εμφανές το αντάλλαγμα προς αυτήν τόσο περισσότερο γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους πολίτες και θεωρείται απ’ αυτούς «δίκαιη». Το αντάλλαγμα είναι η περιορισμένη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ εκείνων που έχουν ανάγκη και η κάλυψη των δημοσίων δαπανών που γίνονται «για το καλό όλων». Θυμίζω ότι η προηγούμενη θέση διατυπώνεται ανεπιφύλακτα στη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008). Η φορολογία πρέπει να τελεί δηλαδή σε σχέση αναλογίας με ανταποδοτικές παροχές του κράτους προς τους πολίτες.

Καταλήγοντας, η υιοθέτηση ενός απλού, σταθερού και αναλογικού φορολογικού συστήματος, όπως περιγράφεται πιο πάνω, σε συνδυασμό βεβαίως με τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, της γραφειοκρατίας και των αγκυλώσεων της αγοράς εργασίας, θα ενισχύσει τη φορολογική συνείδηση και τα κίνητρα των ατόμων να εντείνουν και να επαυξήσουν την εμφανή οικονομική τους προσπάθεια, θα εξοικονομήσει πόρους για την οικονομία, που η διαχείρισή τους θα γίνει από τους παραγωγικούς πολίτες και επιχειρήσεις και όχι από τον αντιπαραγωγικό, αναποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο τομέα και κατ’ επέκταση θα αυξήσει την παραγωγικότητα, τα δημόσια έσοδα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

1 Paul Kirchhof, “In Favour of a Flat Tax”, πρόταση που παρουσιάστηκε στην ετήσια συνάντηση του IFO Institute στις 22.6.2004, διαθέσιμη στο http://bit.ly/1cnQAoj
2 Arthur Laffer, “The Laffer Curve: Past, Present and Future”, Executive Summary Backgrounder, The Heritage Foundation, 2004 (http://tiny.cc/crg30w).

Συγγραφέας: Τάσος Αβραντίνης - Πηγή:www.capital.gr - Ο κ. Τάσος Αβραντίνης είναι δικηγόρος, αντιπρόεδρος της Δράσης και δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων.