31.8.13

Περί θεωρίας του πετάλου

Η ελληνική άκρα αριστερά (κομμουνιστική και αναρχοειδής) ευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό, για την επανεμφάνιση της άκρας δεξιάς και των νεοφασιστικών και νεοναζιστικών ομάδων. Στη συνέχεια, για την άνοδο αυτής της εγκληματικής παράταξης μπορούν να ενοχοποιηθούν μια σειρά παράγοντες: η συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η ευρωπαϊκή κηδεμονία (η «απώλεια» της εθνικής ανεξαρτησίας και το πλήγμα στην εθνική υπερηφάνια), η ευρεία δημοσιότητα που της προσφέρθηκε και, όπως πάντα, η ελλειπής ενημέρωση και παιδεία. Ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν.


Η άκρα αριστερά έχει μακρά παράδοση στην προπαγάνδα. Και η προπαγάνδα της δεν συναντούσε ποτέ πειστικά αντεπιχειρήματα: τα κοινοβουλευτικά κόμματα, μετά το 1974 τουλάχιστον, δεν κατάφεραν να αντιτάξουν πολιτικό λόγο στην επέλαση της αριστερής προπαγάνδας – και άφησαν το πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης στα χέρια ιδεολογιών που δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Δημιουργήθηκε μια περίπλοκη μυθολογία σχετικά με το τι είναι σωστό, τι είναι λάθος, τι είναι προοδευτικό, τι είναι αντιδραστικό, τι είναι στατικό, τι είναι δυναμικό: το αποτέλεσμα ήταν μια κοινωνία χωρίς ενέργεια αγοράς, καθοδηγούμενη από τον συνδικαλισμό και τη γραφειοκρατία – ένα υβρίδιο. Δυο φαινομενικά αντίθετες ιδεολογίες αναδείχθηκαν σε ηγεμονικές: από τη μία η παραδοσιακή της δεξιάς –πατρίς, θρησκεία, οικογένεια- κι από την άλλη η παραδοσιακή της αριστεράς, πατρίς-επανάσταση-οικογένεια. Και για κάμποσες δεκαετίες, ο νόμος εξέλιπε και πάλι, αυτή τη φορά για χάρη της αριστεράς, μιας και πριν από το 1974, ο νόμος εξέλιπε για χάρη της άκρας δεξιάς.

Αποκτήσαμε κοινωνική οργάνωση με «αριστερό» εποικοδόμημα και κοινωνικό λόγο όπου επικρατούσαν αριστερές προκαταλήψεις. Οι όροι έχασαν τη σημασία τους: στην αριστερά μεταφυτεύτηκαν αναρχικά στοιχεία, στοιχεία κοινωνικού περιθωρίου σχετικά με την αψηφησιά της εξουσίας και την υποτίμηση της παιδείας· η παλιά, κοινοβουλευτική αριστερά εμπλουτίστηκε και υπονομεύτηκε από την εμπειρία των αντάρτικων πόλης και των υπόγειων ομάδων που είχαν στόχο «την καρδιά του συστήματος». Έτσι, επί σαράντα χρόνια, η άκρα δεξιά –εκείνη που κάποτε τροφοδοτούσε το παρακράτος- χλόμιασε στη γωνία και δράση ανέλαβε η άκρα αριστερά. Πλην όμως, τίθενται δύο ζητήματα: πρώτον ότι ο παραμερισμός του νόμου κατέληξε, όπως συμβαίνει πάντοτε, χωρίς καμιά εξαίρεση, σε τερατώδη φαινόμενα (όπως είναι εκείνο της Χρυσής Αυγής), και δεύτερον ότι αυτή η άκρα αριστερά εμφανίζει όψεις που μοιάζουν με την άκρα δεξιά.

Εξηγούμαι: όταν κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ διαμαρτύρονται για την, έστω καθυστερημένη, δράση της αστυνομίας στο Πολυτεχνείο, όταν δηλαδή δεν αναγνωρίζουν τα όργανα του κράτους και τη διαφορά μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, ταυτίζονται με τις ομάδες κρούσης του παρακράτους. Όταν δεν κατανοείς ότι, στην πολιτική, χρειάζεται διπλωματία, αξιοπιστία, σεβασμός των θεσμών (ότι, για παράδειγμα, το χρέος της Ελλάδας πρέπει να εξοφληθεί κι ότι δεν μπορεί κανείς να καθυβρίζει τους δανειστές του), όταν δεν αντιλαμβάνεσαι την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, ταυτίζεται και πάλι με αυτές τις ομάδες. Εξάλλου, όπως προανέφερα, τις έχει, κατά κάποιον τρόπο γεννήσει: αν είχαμε σταθερή και αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, δεν θα αναδύονταν τα φαινόμενα ρατσισμού που αντιμετωπίζουμε σήμερα, ούτε θα είχαμε βρεθεί στην πολύ δυσάρεστη θέση να χτίζουμε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο ρατσισμός και τα στρατόπεδα είναι απαράδεκτα. Ωστόσο, μόνοι μας φτάσαμε σ’ ένα σημείο όπου δεν φαίνεται να υπάρχει ανθρωπιστική λύση: η έλλειψη πολιτικής και η ψευτο-αριστεροποίηση της δεξιάς και του κέντρου προκάλεσαν ανομία και, με τη σειρά της, η ανομία ενθάρρυνε τις φασιστοειδείς ομάδες ακριβώς όπως ενθάρρυνε τις αντιεξουσιαστικές. Η ανομία δεν κάνει διακρίσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και γενικώς η άκρα αριστερά απορρίπτει, ως «απλοϊκή» και ανιστόρητη (look who’s talking!) τη θεωρία του πετάλου –κατά την οποία η άκρα αριστερά συναντιέται με την άκρα δεξιά. Κι όμως, το πολιτικό φάσμα δεν είναι γραμμικό· είναι, θα λέγαμε, πολυδιάστατο. Τα δύο άκρα μοιράζονται τον αυταρχισμό και τον κρατισμό, περιφρονούν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου στην ελευθερία του δικού τους λόγου. Σε πολλές περιπτώσεις μοιράζονται ακόμα και τον αντισημιτισμό αν και, πράγματι, με διαφορετικά επιχειρήματα.

Ο άξονας αριστερά-δεξιά δεν επαρκεί για να αναλυθεί και να κατανοηθεί το πολιτικό φάσμα. Αντίθετα απ’ ό,τι φρονεί η άκρα αριστερά, οι φασιστοειδείς ομάδες δεν συγγενεύουν με τους λεγόμενους νεο-φιλελεύθερους, δηλαδή με τη «δεξιά» υπό την ευρεία έννοια: το οικονομικό τους πρόγραμμα (αν και εφόσον έχουν) δεν είναι φιλελεύθερο, είναι κρατιστικό. Ένα καλό παράδειγμα είναι το οικονομικό πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας – το οποίο, αντίθετα προς τις ελληνικές ομάδες, απέβαλε τα όποια νεοναζιστικά στοιχεία είχε ενσωματώσει με αποτέλεσμα νομιμοποίηση και μεγαλύτερη δημοτικότητα: πρόκειται για πρόγραμμα κρατικού ελέγχου, απομονωτικό, με περιορισμένο εξωτερικό εμπόριο, οικονομική αυτάρκεια, επιστροφή στο φράγκο και στη Μεγάλη Ιδέα της Γαλλίας μακριά από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, ούτε υποστηρίζεται από το μεγάλο κεφάλαιο το οποίο έχει διεθνή συμφέροντα· υποστηρίζεται από τους μικροαστούς και τα άγρια παιδιά των λαϊκών προαστίων.

Υπάρχουν μια σειρά πρωτεύοντες δείκτες αριστεροσύνης και δεξιοσύνης – κι εκεί τα πράγματα ξεκαθαρίζουν και ταυτοχρόνως μπερδεύονται: πατριωτισμός/διεθνισμός, νόμος και τάξη/κοινωνική χαλαρότητα, λογοκρισία/ελευθερία του λόγου, θρησκεία/αθεΐα, αντικομμουνισμός/φιλοκομμουνισμός – εξάλλου, η στάση έναντι του σωφρονιστικού συστήματος, του στρατού, του πλουραλισμού ή της πολυπολιτισμικότητας (δυο αντίθετες έννοιες), οι επιλογές στις διακρατικές σχέσεις, καθώς και μερικοί δευτερεύοντες δείκτες οι οποίοι επηρεάζονται από τον τοπικό πολιτισμό (όπως το δικαίωμα στην άμβλωση και τα σεξουαλικά ήθη) μπορούν να περιγράψουν τη θέση του καθενός στο πολιτικό φάσμα. Αλλά, όπως είπα, υπάρχουν επικαλύψεις και αποχρώσεις. Ποια είναι η στάση της αριστεράς και ποια η στάση της δεξιάς σ’ αυτά τα ζητήματα; Η σημερινή αριστερά είναι διχασμένη ως προς τον πατριωτισμό: μια πλευρά της είναι υπερπατριωτική, ενώ μια άλλη εμφανίζει υπερπατριωτισμό για μια φαντασιακή Ελλάδα απορρίπτοντας την υπάρχουσα μαζί με την ιδέα της πατρίδας και της εθνικής ταυτότητας. Αυτή η βίαιη απόρριψη ενθαρρύνει τον δεξιό πατρωτισμό: κοντολογίς, η μια ακρότητα ενισχύει την άλλη.

Ένα ακόμα κοινό στοιχείο μεταξύ των δύο άκρων είναι η έλλειψη πραγματισμού και ορθολογισμού, μια μορφή βολονταρισμού που πρέπει να θεωρηθεί εξίσου brinkmanship, πολιτική χωρίς πολιτική. Η πολιτική χωρίς πολιτική των ηγεσιών τις τελευταίες δεκαετίες συσσώρευσαν σοβαρά οικονομικά, κοινωνικά και διπλωματικά προβλήματα τα οποία προσπαθούν τώρα να διαχειριστούν ουτοπιστές και δυστοπιστές με παρόμοια μέσα: οι παραδοσιακές διαφορές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς δεν υπάρχουν πια. Ακόμα και οι πρόσφατες διακρίσεις αριστεράς-δεξιάς του Τσαρλς Μπλάτμπεργκ φαίνονται αναχρονιστικές: “Η αριστερή απόκριση στη σύγκρουση είναι η συζήτηση, η κεντρώα είναι η διαπραγμάτευση, η δεξιά είναι η βία” – όχι, δεν ισχύει πια αυτό. Όπως δεν ισχύει η αριστερή επιλογή της “ελευθερίας” έναντι της δεξιάς “έννομης τάξης” – απλώς, η αριστερά κατέληξε να υποστηρίζει μια ιδέα αρνητικής ελευθερίας όπου δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο παρά μόνον για τους εχθρούς της.

Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου - Πηγή: protagon.gr - Photo: texbeck/Flickr