27.8.13

Η σπασμένη τζαμαρία του κρατισμού

Ένα από τα δόγματα που κυκλοφορούν χύδην στον ελληνικό δημόσιο διάλογο αφορά τις δυσμενείς επιπτώσεις που έχει στην οικονομία ο περιορισμός του δημόσιου τομέα. Το ακούσαμε από την πρώτη μέρα του Μνημονίου, τότε που έγιναν περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Το ακούμε και τώρα που μειώνεται ο αριθμός των μισθοδοτούμενων. Αυτό το δόγμα του «λοξού κεϊνσιανισμού» παίρνει πολλές μορφές: από το «ρίξτε λεφτά στην αγορά», που προπαγανδίζουν οι συνδικαλιστές των εμπόρων, μέχρι το επιχείρημα ότι όσο περισσότερα λεφτά παίρνουν στο Δημόσιο τόσο μεγαλύτερη ανάπτυξη έχουμε. Το τελευταίο «τεκμηριώνεται» κι εμπειρικά. Τα λεφτά που παίρνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, λένε, θα γίνουν κατανάλωση· θα μεταμορφωθούν σε δαπάνες στις ταβέρνες και στα μπαράκια· κάποιοι επιπλέον σερβιτόροι θα δουλέψουν, οι ταβερνιάρηδες θα αγοράσουν άλλα προϊόντα και ιδού το αεικίνητο της ανάπτυξης: με μεγάλο κι ακριβοπληρωμένο Δημόσιο, όλοι θα καταλήξουμε καταναλωτές κι ευτυχισμένοι.

Αυτό, για τον μεγάλο φιλόσοφο και οικονομολόγο Φρεντερίκ Μπαστιά (1801-1850), είναι η εμφανής επίπτωση των δημοσίων δαπανών. Ταυτοχρόνως είναι ψευδής, επειδή υπάρχουν και οι αφανείς επιπτώσεις. Αυτές αναλύει σε μια διεισδυτική μπροσούρα που κυκλοφόρησε λίγο πριν από τον θάνατό του (1850) και -επιτέλους!- κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο «Η Σπασμένη Τζαμαρία. Η πολιτική οικονομία σε 12+1 παραμύθια» (μτφ. Θάνος Σαμαρτζής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Σε ένα από αυτά τα «παραμύθια» αναλύει τις επιπτώσεις που θα έχει η απόλυση 100.000 στρατευμένων στη Γαλλία του 19ου αιώνα.

Οι πρώιμοι σοσιαλιστές

Ο Μπαστιά δηλώνει ότι είναι εκτός του πεδίου της οικονομικής θεωρίας η ανάγκη ή μη των επιπλέον 100.000 στρατευμένων: «Αν για να κατοχυρωθεί η ασφάλεια χρειάζεται να επιστρατευτούν εκατό χιλιάδες άνδρες και να δαπανηθούν εκατό εκατομμύρια φράγκα, εγώ δεν έχω τίποτε να πω...». Εχει όμως πολλά να πει αν κάποιος ορθώσει το επιχείρημα ότι αυτή η δαπάνη αυξάνει τον συνολικό πλούτο της χώρας. Η ανάλυση του Μπαστιά ξεκινά περιγράφοντας γλαφυρά την επιχειρηματολογία των τότε πρώιμων σοσιαλιστών στη γαλλική Εθνοσυνέλευση: «Να απολυθούν 100.000 στρατευμένοι! Μα αντιλαμβάνεστε τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο; Τι θα απογίνουν; Πώς θα ζήσουν; Υπάρχει δουλειά γι’ αυτούς; Δεν ξέρετε άραγε πως όλος ο κόσμος ψάχνει για δουλειά και δεν βρίσκει; Πως όλα τα επαγγέλματα είναι κορεσμένα; Θέλετε άραγε να τους ρίξετε στην αγορά εργασίας όταν κάτι τέτοιο θα εντείνει τον ανταγωνισμό και θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση μισθών; Την ώρα που είναι τόσο δύσκολο να κερδίσει κάποιος το βιος του, δεν αποτελεί άραγε ευτύχημα που το κράτος δίνει ψωμί σε 100.000 άτομα; Συνυπολογίστε ότι ο στρατός καταναλώνει κρασί, ρούχα, όπλα, στηρίζοντας έτσι τη βιομηχανία, την τοπική οικονομία στις πόλεις που φιλοξενούν στρατόπεδα κι ότι αποτελεί αναμφίβολα το αποκούμπι των αναρίθμητων προμηθευτών του».

Είναι εκπληκτικό ότι αυτή η επιχειρηματολογία του 19ου αιώνα παραμένει αναλλοίωτη στην Ελλάδα του 21ου αιώνα και είναι κυρίαρχη στα τηλεκαφενεία των οκτώ. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στο γεγονός ότι 170 χρόνια τώρα δεν μεταφράστηκαν τα αντεπιχειρήματα του Φρεντερίκ Μπαστιά για να χρησιμοποιηθούν στον ελληνικό δημόσιο διάλογο.

«Μου επισημαίνετε», ανταπαντά ο Μπαστιά, «ένα πλεόνασμα 100.000 εργατών, τον ανταγωνισμό που θα προκληθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και την πίεση που ο ανταγωνισμός θα ασκήσει στο ύψος των μισθών. Αυτό είναι που βλέπετε.

»Αλλά να τι δεν βλέπετε. Δεν βλέπετε ότι στέλνοντας τους 100.000 φαντάρους στα σπίτια τους δεν εκμηδενίζετε τα 100 εκατ. φράγκα: τα επιστρέφετε στους φορολογούμενους. Δεν βλέπετε ότι ρίχνοντας αυτούς τους 100.000 εργάτες στην αγορά ρίχνετε ταυτόχρονα στην αγορά και 100 εκατ. φράγκα που πλέον προορίζονται να ανταμείψουν την εργασία τους· ότι, συνεπώς, στο ίδιο μέτρο που αυξάνεται η προσφορά εργατικών χεριών αυξάνεται και η ζήτηση γι’ αυτά: πράγμα που συνεπάγεται πως η μείωση μισθών για την οποία μιλάτε αποτελεί καθαρή οφθαλμαπάτη...».

Οι αφανείς επιπτώσεις

«Ολη η διαφορά», συνεχίζει ο Μπαστιά, «συνίσταται στο εξής: προηγουμένως η χώρα κατέβαλλε τα 100 εκατ. φράγκα στους 100.000 άνδρες για να μην κάνουν τίποτα. Κατόπιν τους τα καταβάλλει για να εργαστούν. Δεν βλέπετε, τέλος, πως όταν ένας φορολογούμενος δίνει τα χρήματά του, είτε σε έναν στρατιώτη, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, είτε σε έναν εργαζόμενο, με κάποιο αντάλλαγμα, οι συνέπειες που θα ακολουθήσουν την κυκλοφορία του χρήματος θα είναι και στις δύο περιπτώσεις συνολικά οι ίδιες...». Στο κάτω κάτω της γραφής, καταλήγει ο Μπαστιά, αν οι δαπάνες για τους επιστρατευμένους αυξάνουν τον εθνικό πλούτο, «τότε γιατί να μην επιστρατεύσουμε ολόκληρο τον άρρενα πληθυσμό της χώρας;».

Οι αφανείς επιπτώσεις, «οι οποίες όμως έπρεπε να είναι φανερές στους οφθαλμούς της διάνοιας» (δηλαδή της σκέψης), γράφει ο Μπαστιά, είναι πως οι άχρηστες δημόσιες δαπάνες δεν αυξάνουν τον πλούτο μιας χώρας, τον μειώνουν. Ενα πιάτο περισσότερο στο τραπέζι ενός δημόσιου αξιωματούχου, ένα ρούχο πιο πολυτελές -αναφέρει σε ένα άλλο «παραμύθι» του- δημιουργούν ευκαιρίες απασχόλησης και επιπλέον πλούτο στο Παρίσι, αλλά ταυτοχρόνως τον μειώνει ισόποσα κάπου στην επαρχία: «Εχουμε και λέμε: Εστω ότι κανονίζω μ’ έναν εργάτη να σκάψει ένα αυλάκι στο χωράφι μου με αντάλλαγμα εκατό τάλιρα. Την ώρα που συνάπτω τη συμφωνία, ο φοροσυλλέκτης παίρνει τα εκατό μου τάλιρα και τα δίνει στον υπουργό των Εσωτερικών...». Το χρήμα κυκλοφορεί διά των δαπανών του κράτους και «ένας προμηθευτής στο Παρίσι κέρδισε εκατό τάλιρα. Σ’ αυτό έχετε δίκιο. Παραδεχθείτε όμως κι εσείς ότι ένας εργάτης στην επαρχία έχασε εκατό τάλιρα. Το επίσημο γεύμα και ο ικανοποιημένος προμηθευτής είναι αυτό που βλέπουμε. Το αφρόντιστο χωράφι κι ο εργάτης που δεν δούλεψε είναι αυτό που δεν βλέπουμε...».

«Οταν ο (σ.σ.: φορολογούμενος) Ιάκωβος Καλόπουλος», γράφει ο Μπαστιά στο εξαιρετικά γλαφυρό κεφάλαιο περί φορολογίας, «δίνει 100 φράγκα στο κράτος δίχως να λάβει καμιά υπηρεσία ως αντάλλαγμα ή μάλιστα λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα μια ταλαιπωρία, τότε είναι σαν να δίνει τα λεφτά του σε έναν κλέφτη. Δεν αλλάζει τίποτε αν πει κανείς ότι ο δημόσιος υπάλληλος θα ξοδέψει τα 100 τάλιρα προς μέγα όφελος της εθνικής οικονομίας. Το ίδιο θα έκανε και ο κλέφτης. Το ίδιο θα έκανε και ο Ιάκωβος Καλόπουλος, αν δεν είχε συναντήσει στον δρόμο του ούτε τον παράνομο άρπαγα ούτε τον νόμιμο...».

Συγγραφέας: Πάσχος Μανδραβέλης - Πηγή: Καθημερινή