22.8.13

Οι πραγματικές διαστάσεις της κρίσης

Ειλικρινής διαπίστωση φίλων, πανεπιστημιακών σε βαλκανική χώρα: Διαβάζουμε για την κρίση στην Ελλάδα, κάνουμε διακοπές τα τελευταία 10 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά στα δικά μας μάτια, η κρίση σας δεν έχει καμία σχέση με όσα εμείς ζήσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη χώρα μας, όταν είχαν διαλυθεί τα πάντα. Διαβάσαμε και τη δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι αυτή η χρονιά θα ήταν για την Ελλάδα χειρότερη και από τον πρώτο χειμώνα της γερμανικής κατοχής και πιστέψαμε ότι θα ερχόμασταν σε μια χώρα σε ερείπια. Αυτό που είδαμε, είναι μια χώρα με σοβαρά προβλήματα, αλλά σε καμία περίπτωση μια κατεστραμμένη χώρα. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κουβανός συγγραφέας Λεονάρντο Παδούρα απάντησε, διευκρινίζοντας ότι δεν μπορεί μέσα σε μία εβδομάδα να έχει άποψη για το τι συμβαίνει σε μια χώρα: «Όταν ακούμε τη λέξη κρίση σκεφτόμαστε τη δική μας, που δεν υπήρχε ηλεκτρικό, αυτοκίνητα στον δρόμο, τίποτα. Εμείς, ξέρετε, κάποια στιγμή είχαμε μόνο τρία προβλήματα. Το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό φαγητό».

Οι διαπιστώσεις αυτές, ειπωμένες από εξωτερικούς παρατηρητές, μας δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την ελληνική κρίση μέσα από τα μάτια των «άλλων», εκείνων που δεν είναι δέσμιοι της εγχώριας ρητορείας και των τοπικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Μας βοηθούν να σκεφτούμε διαφορετικά, χωρίς να εγκλωβιζόμαστε στον μικρόκοσμό μας και στην αντίληψη ότι είμαστε στο επίκεντρο του σύμπαντος. Μπορούν επίσης να μας βοηθήσουν να αναστοχαστούμε τις πραγματικές διαστάσεις της κρίσης.

Στα πλαίσια αυτού του αναστοχασμού, κεντρική θέση του κειμένου που ακολουθεί είναι ότι υπάρχουν τέσσερις βασικές παράμετροι της κρίσης οι οποίες είτε αποσιωπούνται, είτε αναφέρονται αποσπασματικά χωρίς να εντάσσονται στη συνολική εικόνα της κρίσης. Αυτές είναι:
  1. Η αδήλωτη εργασία. Σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, περίπου 500.000 επίσημα δηλωθέντες ως άνεργοι, εργάζονται σε καθεστώς μαύρης και αδήλωτης εργασίας. Άλλοι υπολογισμοί ανεβάζουν το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας ακόμα περισσότερο. Εάν δεχθούμε τις εκτιμήσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ανεργία, επισήμως στο 27% με 1.500.000 περίπου ανέργους, είναι στην πραγματικότητα 18%. Απαράδεκτα υψηλό ποσοστό, αλλά άλλο το 18% και άλλο το 27%. Μια τέτοια πρακτική εφ’ ενός αυξάνει τα έξοδα του κράτους, αφ’ ετέρου στερεί πολύτιμα έσοδα από εισφορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η ΓΣΕΕ αποδέχεται το μέγεθος της αδήλωτης εργασίας, ποτέ όμως δεν το αφαιρεί από το ποσοστό της επίσημης ανεργίας. Εάν ο συλλογισμός είναι ορθός τότε είναι εμφανές ότι τα πρωτοσέλιδα «καλπάζει, στο 27% η ανεργία», είναι κλασικός λαϊκισμός.
  2. Η παραοικονομία. Προ κρίσης, αρκετοί μελετητές είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παραοικονομία ανερχόταν στο 35-40% του ΑΕΠ. Το ότι δεν φορολογείται η παραοικονομία δεν σημαίνει ότι δεν είναι υπαρκτή. Παράγει επιπρόσθετο εθνικό προϊόν. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί στα χρόνια της κρίσης, αντίθετα είναι κοινή πεποίθηση ότι μάλλον έχει αυξηθεί. Ακόμα και ίδια όμως να είναι, τότε στην πραγματικότητα το χρέος της χώρας δεν είναι 160% του ΑΕΠ αλλά 115%.
  3. Η «πολυσθένεια» των υποκειμένων. Μια αξιοσημείωτη ελληνική ιδιαιτερότητα είναι ότι σπανίως συναντάται η περίπτωση ενός εργαζόμενου, ιδίως στον δημόσιο τομέα, που να έχει εισοδήματα μόνο από μια πηγή, το μισθό του. Αντίθετα, είτε μέσω μιας δεύτερης δουλειάς, συνήθως μη δηλωμένης, είτε μέσω των προσόδων από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, είτε από καλλιέργειες χωραφιών, είτε από διάφορες εποχιακές δραστηριότητες, τα πολυσθενή υποκείμενα, σύμφωνα με τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, είναι το κυρίαρχο παράδειγμα της ελληνικής κοινωνίας, τόσο πριν από την κρίση, όσο και στη διάρκειά της. Οι επιπτώσεις αυτού του φαινομένου είναι καταλυτικές: Επειδή στην πράξη είναι σχεδόν αδύνατο να εντοπιστεί, υπονομεύει κάθε στόχευση ορθολογικής κοινωνικής πρόνοιας προς αυτούς που πραγματικά την έχουν ανάγκη.
  4. Οι πανίσχυροι οικογενειακοί δεσμοί. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν πολύ ισχυροί. Η οικογένεια, είναι το αποκούμπι, ιδίως στις περιπτώσεις γονέων που έχουν πρόωρα συνταξιοδοτηθεί, που καταβάλουν σημαντικό τμήμα από το κόστος διαβίωσης των παιδιών τους. Αυτή η υπερπροστατευτική λειτουργία έχει πολλές φορές ως παρεπόμενο την αδυναμία των νεωτέρων να αναζητήσουν νέες δυνατότητες απασχόλησης και να αναλάβουν τα παρεπόμενα ρίσκα.

Αυτές οι τέσσερις παράμετροι, είτε συνολικά αθροιζόμενες είτε μεμονωμένα, λειτουργούν ως αμορτισέρ της κρίσης. Αμβλύνουν τις επιπτώσεις της και εξηγούν, σε μεγάλο βαθμό, τη δυσαρμονία ανάμεσα στους επίσημους αριθμούς και τη βιωμένη πραγματικότητα.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι θετικές επιπτώσεις τους έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Μακροπρόθεσμα υπονομεύουν τον εξορθολογισμό της ελληνικής κοινωνίας και, ενώ ελαφρύνουν ατομικά, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση κοινωνικής πολιτικής προς τα πραγματικά θύματα της κρίσης.

Παράλληλα, συντελούν στην εξάπλωση και διαιώνιση προνεωτερικών νοοτροπιών και συμπεριφορών, όπου το γενικό συμφέρον δεν έχει κανένα νόημα αφού προέχει η ατομική επιβίωση σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Οι απόψεις αυτές είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλείς σε όσους, έχοντας επενδύσει στην καταστροφή της χώρας, επιδίδονται στην καταστροφολογία, τον μιζεραμπιλισμό και τον λαϊκισμό. Παράλληλα όμως, δεν έχουν γίνει τμήμα ενός διαφορετικού πολιτικού λόγου, που προϋποθέτει την αυτογνωσία προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα της χώρας. Η χώρα αυτή ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς και την πραγματικότητα. Ζούσε και ζει αυτάρεσκα μέσα σε αυταπάτες.

Τελικά, το σύνδρομο της στρουθοκαμήλου συνεχίζει να είναι πολύ ισχυρό στην Ελλάδα της κρίσης.

Συγγραφέας: Πέτρος Παπασαραντόπουλος, συγγραφέας - Πηγή: www.metarithmisi.gr