20.8.13

Η προπαγάνδα της συγκίνησης

Κατ’ αρχάς, υπάρχουν οι πολιτικοί αγκιτάτορες που χρειάζονται έναν νεκρό, οποιονδήποτε νεκρό (αν είναι νέος ακόμη καλύτερα), για να πουλήσουν συγκινησιακή φόρτιση ως αντιστάθμισμα στις θέσεις που δεν έχουν. Ετσι φτιάχνονται οι ιμιτασιόν επαναστάσεις, με πρότυπο την Αραβική Ανοιξη (κάποιοι ήθελαν την πλατεία Συντάγματος να γίνει Ταχρίρ), είτε τα γαλλικά προάστια του 2005 είτε τα δικά μας Δεκεμβριανά του 2008.

Δεύτερον, είναι όλοι εκείνοι οι συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι κ.ά., που πλειοδοτούν στη συγκίνηση για τους ίδιους λόγους κι έναν παραπάνω: βγάζουν στην αγορά την ευαισθησία τους με απύθμενο λυρισμό για «οικογένειες που δεν έχουν να φάνε» με χρωματιστές λέξεις περί «κατήφορου μνημονίων» – λες και πριν από τα Μνημόνια δεν υπήρχαν ελεγκτές ούτε εισιτήρια στα τρόλεϊ. Υπάρχει πιο ανέξοδη διαφήμιση από το να εκφράζεις την «οργή» σου για «ένα σύστημα που σκοτώνει παιδάκια για 1,4 ευρώ»; (Ή 1,20, ή 1,40· γράφτηκαν και τα τρία νούμερα.)

Τρίτον, υπάρχουν και τα ψέματα, που κάνουν τραγικότερη την ιστορία, όπως είναι τα περί ανεργίας της οικογένειας του 19χρονου που σκοτώθηκε στο Περιστέρι. «Ο νεαρός Αθανάσιος Καναούτης δεν ήταν ένα “κακό” παιδί, ήταν άνεργος αυτός και η οικογένειά του, δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο στο τρόλεϊ και δολοφονήθηκε από το αδηφάγο και άσπλαχνο σύστημα», έγραφε η ανακοίνωση-κάλεσμα κάποιων οργανώσεων σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο. «Δουλεύω κι εγώ και η γυναίκα μου», διέψευσε ο τραγικός πατέρας του 19χρονου.

Μεγαλοστομίες
Βεβαίως, υπάρχουν και τα γεγονότα, τα οποία στην Ελλάδα είναι απλώς λεπτομέρεια στον ωκεανό των επιθέτων που εξαπολύονται. «Φόνος» ήταν για τον κ. Γιάννη Μηλιό το –πραγματικά– τραγικό γεγονός πληθωρίζοντας ακόμη περισσότερο τις έννοιες και λειαίνοντας το έδαφος για ακόμη πιο «αγωνιστικές» μεγαλοστομίες σαν εκείνες της Antifa, που προπαγανδίζει με αφίσες: «Να τους τσακίσουμε. Μπουνιές και κλωτσιές στους φασίστες, μπάτσους κι ελεγκτές». Τραγελαφικό: η αφίσα αναδημοσιεύεται σε μια διαδικτυακή κοινότητα με τον τίτλο «Η Αναρχία δεν είναι βία».

Στο πλαίσιο αυτής της καλλιεργούμενης οργής, ομάδες διαδηλωτών ακινητοποίησαν ένα τρόλεϊ στο Περιστέρι και ανάγκασαν τους επιβάτες να το εγκαταλείψουν και να περπατήσουν στο υπόλοιπο της διαδρομής. Κι εδώ μπαίνει ένα ερώτημα: ανεξαρτήτως των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στον θάνατο του 19χρονου, το τρόλεϊ και οι επιβάτες τι έφταιγαν;

Αυτό είναι ένα υποπροϊόν της καλλιέργειας του θυμού, που μασκαρεύεται «πολιτική πρόταση»: δημιουργείς όχλο που άκριτα επιτίθεται επί δικαίων. Οι άδικοι –αν υπάρχουν άδικοι στο τραγικό περιστατικό της Τετάρτης– φυσικά δεν βρίσκονταν στο τρόλεϊ. Εδώ να κάνουμε μια πρόβλεψη: με την άκριτη στοχοποίηση των αστυνομικών από αριστερά, πολλά νεαρά παιδιά, πολιτικά απαίδευτα, ψηφίζουν μαζικά Χρυσή Αυγή διότι νιώθουν το ναζιστικό αυτό μόρφωμα ως μόνο συμπαραστάτη τους. Το ίδιο θα γίνει και με τους εργαζομένους στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Οι «αποφάνσεις» περί φόνου και οι προτροπές για «μπουνιές και κλωτσιές» θα τους οδηγήσουν να ζητήσουν προστασία, και ξέρουμε ποιοι πουλάνε προστασία με την οκά στο πολιτικό σύστημα. Δεν είναι απλώς η ετερογονία των σκοπών· αυτοί που ταράσσουν τα θολά νερά της οργής, στο τέλος πνίγονται από αυτά.

Τέλος, υπάρχει και το κυνήγι των «αντιφρονούντων», όπως της πανεπιστημιακού και συγγραφέως Λένας Διβάνη, η οποία έγραψε ένα tweet: «Συμπέρασμα: οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό». Ακολούθησε οχετός ύβρεων, κοπετός, και λυρικές αναλύσεις για την «ελίτ» που ζει σε γυάλινους πύργους και δεν καταλαβαίνει τους απλούς ανθρώπους. Η δημοσιογράφος Ελενα Ακρίτα απεφάνθη: «Να συγχαρούμε θερμά όλους εσάς που λέτε “ο 18χρονος ας πλήρωνε εισιτήριο”. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που παίρνετε και δίνετε πάντα απόδειξη. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που δεν παρκάρατε ποτέ παράνομα. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που δεν ρίξατε ποτέ σκουπίδι έξω από κάδο. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που δεν μπορείτε να καταλάβετε τον τρόμο ενός παιδιού που δεν έχει ένα ευρώ στην τσέπη. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που αποκαλείτε τους άνεργους “τζαμπατζήδες”. Είστε οι ίδιοι νομοταγείς πολίτες που πιστεύετε πως από τα οχήματα πηδάνε “τα παιδιά των άλλων”... Γιατί αυτές είναι “οι ζωές των άλλων”... Κι αυτοί είναι οι “θάνατοι των άλλων”... Για ένα κωλοεισιτήριο... Ντροπή!». Στην πυρά ρίχθηκε και ο συγγραφέας και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Πέτρος Τατσόπουλος, αν και επέκρινε το tweet της κ. Διβάνη («η Λένα Διβάνη χρησιμοποίησε μια λάθος λέξη τη λάθος στιγμή. Οι αγαπημένοι μας συμπολίτες, που δεν κάνουν ποτέ λάθος, άτεγκτοι και αψεγάδιαστοι, έσπευσαν να τη λιντσάρουν. Εδώ και μερικές ώρες δεν είναι ούτε συγγραφέας, ούτε πανεπιστημιακός, ούτε τίποτε. Είναι η Λάθος Λέξη. Ελλάδα 2013. Το πανηγύρι της μοχθηρίας»), ο όχλος δεν συμβιβάστηκε με τη λέξη «λάθος»· απαιτεί βιτριολικές επιθέσεις στην αρένα.

Σε όλο αυτό το πανηγύρι του λυρισμού, της οργής, των χαρακτηρισμών και της ανέξοδης διαφήμισης της ευαισθησίας, ακούστηκαν μόνο δύο προτάσεις. Η πρώτη εκείνων που ισχυρίζονται ότι «Η αναρχία δεν είναι βία» και λέει: «Μη χτυπάτε εισιτήριο, χτυπήστε τους ελεγκτές». Η δεύτερη προήλθε από τα αριστερά νεφελώματα που έκαναν τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, η οποία προκρίνει: «Η μετακίνηση με τα ΜΜΜ είναι δικαίωμα – να σταματήσουν οι έλεγχοι. Οποιος έχει πληρώνει – κανένας δεν μετακινείται για πλάκα».

Η πρόταση αυτή έχει μια λογική· δεν είναι δηλαδή η επικολυρική «επιχειρηματολογία» ότι «μια ζωή ισούται με ένα ευρώ». Σ’ αυτήν τη βάση μπορεί να συζητήσει κανείς και να θέσει το ερώτημα: μόνο το πρώτο δεκάμηνο του 2012 ο ΟΑΣΑ είχε λειτουργικά έξοδα 375 εκατομμύρια ευρώ. Αυτά ποιος θα τα καλύψει και πώς; Η πρόταση «να σταματήσουν οι έλεγχοι. Οποιος έχει πληρώνει», για να είναι ολοκληρωμένη, πρέπει να συμπληρωθεί είτε με το «να μπει κι ένα ακόμη μίνι “χαράτσι” στη ΔΕΗ» ή «να πέσουν λεφτά από τον ουρανό». Μετά, μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση. Τζάμπα επαναστάσεις –δυστυχώς– δεν υπάρχουν, μόνο ανέξοδη επαναστατικότητα. Στο τέλος, κάποιος πληρώνει τον λογαριασμό για εκείνα τα «κωλοεισιτήρια» που θα ’λεγε και η κ. Ακρίτα.

Συγγραφέας: Πάσχος Μανδραβέλης - Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής