28.7.13

Ένα ειλικρινές προεδρικό διάγγελμα



Ελληνίδες, Έλληνες,

Σας απευθύνομαι στην επέτειο της Μεταπολίτευσης, παραμερίζοντας το πατρικό ύφος που έχει κατά παράδοσιν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σκοπός μου δεν είναι να σας συνεγείρω ή να σας παρηγορήσω. Πόσω δε μάλλον να σας κολακεύσω. Επιθυμώ για μια φορά επιτέλους να σας μιλήσω, καθαρά και ξάστερα, τη γλώσσα της αλήθειας. Της δικής μου -αν μη τι άλλο- αλήθειας. Δεν θα προσδώσει σήμερα το αξίωμά μου κύρος στα λόγια μου αλλά τα ογδόντα τόσα χρόνια μου. Προνόμιο -το μοναδικό ίσως- του γήρατος είναι η μνήμη. Καθήκον -το πρώτιστο σίγουρα- του γήρατος είναι η μεταφορά της μνήμης στους νεότερους. Η ανθρώπινη ιστορία συνιστά, από πολλές απόψεις, μιαν αλυσίδα λαθών. Ας μην επαναλαμβάνει τουλάχιστον η κάθε γενιά τα σφάλματα του παρελθόντος. Ας κάνει τα δικά της.

Αποτελεί -αναρωτιέστε- πράγματι η 24η Ιουλίου του 1974 ορόσημο για την Ελλάδα; Ή την τιμούμε επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, ευλογώντας απλώς τα γένια μας, οι πρωταγωνιστές και οι νεοσσοί εκείνου του καιρού, οι εν πολλαίς αμαρτίαις γηράσαντες; Σας βεβαιώνω, συμπολίτες μου -κυρίως εσάς που δεν είχατε ακόμα τότε γεννηθεί- πως η 24η Ιουλίου του 1974 στάθηκε η σημαντικότερη ημέρα για την πατρίδα μας από τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου το 1949.

Η κατάρρευση της Χούντας -συνέπεια όχι της ηρωικής πλην περιορισμένης αντίστασης του ελληνικού λαού αλλά της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο- έδωσε μια μοναδική ευκαιρία στην Ελλάδα να αναγεννηθεί, να συγκροτήσει απ’ την αρχή σχεδόν τον εαυτό της.

Προβλήματα-αγκάθια, βαθιά μπηγμένα στο σώμα της κοινωνίας, λύθηκαν τελεσίδικα κατά την αυγή της Μεταπολίτευσης. Το γλωσσικό -η πριν ακόμα από την Επανάσταση του 1821 σύγκρουση μεταξύ του λογίου και λαϊκού ιδιώματος- έληξε με την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Το καθεστωτικό -ο διχασμός ανάμεσα σε βασιλόφρονες και αντιβασιλικούς- κρίθηκε με το δημοψήφισμα, το οποίο κήρυξε τη δυναστεία οριστικά έκπτωτη. Ο δεύτερος και ακόμα πιο τραυματικός, ο εμφύλιος διχασμός άρχισε να επουλώνεται με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Οι κήρυκες ενός διαφορετικού κοινωνικού συστήματος μπορούσαν εφεξής να διεκδικούν την ψήφο των Ελλήνων στα πλαίσια ενός δημοκρατικού παιχνιδιού με ανόθευτους κανόνες.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως η πατρίδα έμπαινε στην καινούρια εποχή της πλησίστια, εντελώς απαλλαγμένη από βάρη και δουλείες. Η Ελλάδα παρέμενε, πρώτα από όλα, μια φτωχή χώρα. Το μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 είχε μεν κοπάσει, εκατομμύρια ωστόσο Έλληνες δούλευαν ακόμα «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές», στην Αυστραλία και στην Αμερική, και ονειρεύονταν πότε την επιστροφή τους στη γενέτειρα, πότε την αφομοίωσή τους από τη χώρα υποδοχής τους. Ακόμα περισσότεροι ήταν οι εσωτερικοί μετανάστες, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τα πατρικά τους για την ασφάλεια της ανωνυμίας και της εργασίας στις μεγάλες πόλεις. Περιφέρονταν γύρω από την Ομόνοια και τον Βαρδάρη και πάσχιζαν να βγάλουν ρίζες στο τσιμέντο, να προσαρμοστούν σε έναν τρόπο ζωής που άλλαζε ραγδαία, αδιαφορώντας για τη δική τους μελαγχολία, αμηχανία έστω. Στα θυρωρεία και στα γιαπιά, στις φοιτητικές γκαρσονιέρες και στις Έβγες, τα τρανζιστοράκια έπαιζαν δημοτικά, οι άνθρωποι μεράκλωναν νοσταλγώντας. Η νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου -ο οποίος ίσως να μην είχε υπάρξει και ποτέ- η εξιδανίκευση του παρελθόντος -ηρωικού, φωτεινού, «καθαρού»- αποτελούσε από την αρχαιότητα το χούι μας. Κατά τη Μεταπολίτευση θέριεψε.

Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα πήγαινε μπροστά. Οι αριθμοί διαρκώς βελτιώνονταν, μαζί τους και η καθημερινότητα των ανθρώπων. Μη δίνετε βάση στους σημερινούς εξηντάρηδες που με εφηβική ελαφράδα παραχαράσσουν τη νεότητά τους, ισχυριζόμενοι ότι ανέκαθεν ήταν ασυμβίβαστοι επαναστάτες. Απ’ την αρχή της Μεταπολίτευσης, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων είχε ασπαστεί περιπαθώς τον δυτικό τρόπο ζωής, στην πιο καταναλωτική του μάλιστα εκδοχή. Ακόμα και όσοι διαδήλωναν κραυγάζοντας «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ονειρεύονταν πρώτα ένα δικό τους αυτοκίνητο -Ι.Χ. τα έλεγαν τότε, με έμφαση στο Ι. του ιδιωτικού- έπειτα ένα δεύτερο, οικογενειακό αυτοκίνητο, έπειτα ένα εξοχικό και -γιατί όχι;- και ένα σκάφος. Ο δημόσιος χώρος, από τα δάση μέχρι τις ώρες κοινής ησυχίας, καταπατήθηκε και περιφρονήθηκε από τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Και στον δημόσιο ακόμα τομέα κυριάρχησαν οι ιδιωτικές σχέσεις. Το «μέσο» που θα σου έβρισκε κρεβάτι στο νοσοκομείο, θα σε τακτοποιούσε στον στρατό, θα σε διόριζε στο υπουργείο. Ο διαπλεκόμενος επιχειρηματίας, ο οποίος θα μοίραζε ένα ποσοστό από τα παρασιτικά του κέρδη στους υπαλλήλους του. Η αστυνομία και η αγορανομία που έκαναν -συχνά με το αζημίωτο- τα στραβά μάτια, η εφορία και η πολεοδομία που έβαζαν κατά μέρους τις νόμιμες απαιτήσεις τους προς χάριν της παλλαϊκής ευδαιμονίας.

Είμαι ο τελευταίος ο οποίος θα ρίξει στο πυρ το εξώτερον τη Μεταπολίτευση. Στα σαράντα σχεδόν χρόνια που διήρκεσε, σπουδαία πράγματα συνέβησαν στην Ελλάδα, σε όλους τους τομείς. Παρά τις στρεβλώσεις και τις παθογένειες της, η κοινωνία προόδευε. Κάθε φουρνιά παιδιών είχε ευρύτερη μόρφωση, λιγότερα τραύματα και συμπλέγματα. Κάθε καινούρια φουρνιά έβγαζε ταλαντούχους καλλιτέχνες, εξαιρετικούς επιστήμονες, προκομμένους ανθρώπους. Να μην ξεχνάμε πως κατά την προηγούμενη ιστορική περίοδο, οι γυναίκες βρίσκονταν στο περιθώριο, οι κοινωνικές προκαταλήψεις κυριαρχούσαν, η γλωσσομάθεια -πόσω δε μάλλον η επαφή με το διεθνές γίγνεσθαι- συνιστούσε προσόν σπάνιο.

Πότε στράβωσε το πράγμα; Πότε πήραμε την κάτω βόλτα; Όταν -κατά τη γνώμη μου- οι Έλληνες έπαψαν να είναι μάστορες. Μέχρι κάποια στιγμή, η παραγωγικότητα, η δημιουργική εργασία αποτελούσε αυταξία -λόγο υπερηφάνειας- και η δίκαιη αμοιβή της, θεμιτότατο αίτημα. Η Ελλάδα έβριθε από μαγκιόρους καλλιεργητές, που έκαναν και δυο σπιθαμές ακόμα χώματος να καρποφορούν. Από ευφάνταστους τεχνίτες, που έχτιζαν, έπλαθαν, έραβαν… Από επιχειρηματίες -διαόλου κάλτσες- που καινοτομούσαν, ρίσκαραν κι όποτε έχαναν, μάζευαν τα κομμάτια τους και ξαναρίσκαραν. Από κάποια στιγμή και μετά, όλοι εκείνοι επαναπαύτηκαν στα κεκτημένα, μπουκώθηκαν με επιδοτήσεις, λησμόνησαν τις ίδιες τους τις τέχνες. Ατρόφησαν υπαρξιακά κι άρχισαν να βουλώνουν τα κενά τους ψωνίζοντας και ψωνιζόμενοι.
Φταίει η Ευρώπη; Ασφαλώς και φταίει. Τα κολοσσιαία πακέτα της εξανεμίζονταν - διοχετεύονταν, αντί για την ανάπτυξη, στην κατανάλωση εισαγόμενων ειδών. Η Ευρώπη σφύριζε αδιάφορα, πριμοδοτώντας στην ουσία τις εξαγωγικές οικονομίες άλλων χωρών. Οι παραγωγικές δομές σαρώνονταν, η Ελλάδα καταντούσε μια χώρα εξαρτώμενη ως και για τη διατροφή των κατοίκων της και κανείς δεν της έκρουε κώδωνα κινδύνου. Οι σημερινοί διασώστες μας είναι όσοι μέχρι χθες μας ενεθάρρυναν να τρωγοπίνουμε και ύστερα να βουτάμε -βαρυστομαχιασμένοι και μισομεθυσμένοι- στη θάλασσα.

Αλίμονο όμως στον λαό που όταν δεν αυτομαστιγώνεται, αναζητά ξένους ενόχους. Αλίμονο στην κοινωνία που βουλιάζει στο πένθος και καθηλώνεται σε υστερικούς θρήνους και κατάρες. Αλίμονο σε όσους ξεθάβουν κόκαλα επιφανών προγόνων για να βαρέσουνε με αυτά ο ένας τον άλλον ή για να χτίσουν πύργους-μαυσωλεία.

Ελληνίδες, Έλληνες,

Διατηρώ, ακόμα και στις πιο δεινές στιγμές, ακράδαντη την πίστη πως η πατρίδα τελικά θα βρει το δρόμο της. Πως θα επανεφεύρει τον εαυτό της και θα διεκδικήσει ρόλο νευραλγικό κατά τον 21ο αιώνα. Δεν θα αιτιολογήσω την αισιοδοξία μου ανατρέχοντας στο παρελθόν, δεν θα επικαλεστώ κάποιο ελληνικό dna, δεν θα σας ταχταρίσω -το είπα απ’ την αρχή- και δεν θα σας καθησυχάσω.

Η αλήθεια είναι πως μολονότι ζούμε σε ένα από τα ομορφότερα σημεία του πλανήτη, δεν υπερτερούμε σε τίποτα από οποιονδήποτε άλλο λαό. Ούτε όμως και υστερούμε.

Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους. Αφήστε πίσω σας χαμένες ψευδαισθήσεις, χρεοκοπημένα όνειρα, ρέκβιεμ και εμβατήρια. Κρατήστε μόνο τη μορφή του αρχετυπικού Έλληνα: Του πολυμήχανου Οδυσσέα.

Κάθε φορά που η τρικυμία τον ξέβραζε σε κάποια άγνωστη και απόκρημνη ακτή, ο Οδυσσέας σηκωνόταν όρθιος κι αφού διεπίστωνε πως παραμένει αρτιμελής, πως το κεφάλι του στέκει ακόμα στους ώμους του, χαιρέταγε τον ήλιο και ξανάρχιζε. Πάντοτε από το μηδέν, πάντοτε με το βλέμμα στο άπειρο.

Ας είμαστε -και εμείς και τα παιδιά μας- Οδυσσείς κάτω από τον κοινό μας ήλιο.

Συγγραφέας: Χρήστος Χωμενίδης - Πηγή: protagon.gr @ 24.07.2013 - Photo: Menelaos Myrillas / Fosphotos.com