13.7.13

Το ελληνικό δράμα, «σκετσάκι» στις γερμανικές εκλογές



Η σκηνή κατά την οποία η κ. Μέρκελ ζητά από τον κ. Σαμαρά να βγει από τα ηγετικά μετόπισθεν και να φωτογραφηθεί κοντά της στην πρόσφατη σύνοδο για την ανεργία των νέων, συνοψίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το πώς η υπόθεση της Ελλάδος χρησιμοποιείται πολιτικά στην εκλογική εκστρατεία της κ. Μέρκελ. Η φαντασίωση του ελληνικού ψευδο-«success story», σε συνδυασμό με τις πρόσφατες δηλώσεις της, σύμφωνα με τις οποίες «η βιωσιμότητα του (ελληνικού) χρέους θα εξακολουθήσει να υφίσταται» και συνεπώς «δεν βλέπει κούρεμα του χρέους», συνοψίζουν το ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα στην εκλογική αυτή αναμέτρηση.

Όπως μου λένε στο ευρωκοινοβούλιο φίλοι, ειδικότεροι εμού επί της ψυχοσύνθεσης του γερμανού ψηφοφόρου, το «story» αυτό, που επιτυχημένα προωθεί η κ. Μέρκελ ταιριάζει τέλεια στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα η γερμανική κοινή γνώμη, που έχει περίπου ως ακολούθως:

«Οι αμαρτωλοί νότιοι έσφαλαν, πληρώνουν μετανιωμένοι τις αμαρτίες τους και ο μεγάθυμος γερμανός φορολογούμενος, που βοήθησε προσωρινά με δάνεια τώρα εύχεται το καλύτερο για αυτούς, καθώς η επώδυνη παρέμβαση πετυχαίνει και η Ευρώπη βγαίνει από την κρίση χάρη στην γερμανική βοήθεια».

Το μήνυμα από το Βερολίνο είναι λοιπόν απλό. Κανένα νέο από την Ελλάδα δεν πρέπει να χαλάσει αυτή την εικόνα. Εξ ου και ο κ. Σόιμπλε έσπευσε να προκαταλάβει τον έλεγχο της τρόικας εκφράζοντας βεβαιότητά για το αίσιο τέλος του. Εξ ου και οι εφιαλτικές πτυχές της πραγματικότητας της ελληνικής οικονομίας συστηματικά υποβαθμίζονται από την κ. Μέρκελ και τους υποστηρικτές της.

Ο αναγνώστης θα μπορούσε εύλογα στο σημείο αυτό να αντιδράσει λέγοντας: «Δικά τους είναι τα λεφτά, ας πληρώνουν (έστω και με δόσεις της δόσης) κι ας λένε ό,τι θέλουν, έχουν κι αυτοί τις πολιτικές ανάγκες τους. Μετά τις εκλογές τους αναγκαστικά θα κάνουν περικοπή του χρέους, οπότε…».

Μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Κατ’ αρχήν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο γερμανικός εκλογικός κύκλος είναι αέναος. Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου –όπου οι ευρωσκεπτικιστές στα δεξιά της Μέρκελ δεν έχουν καλές πιθανότητες- ακολουθούν οι ευρωεκλογές. Για το κόμμα της κ. Μέρκελ οι ευρωσκεπτικιστές (που είναι ισχυροί παντού στη Βόρεια Ευρώπη εκτός της Γερμανίας), αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο, που θα εκδηλωθεί ακριβώς σ’ αυτές τις «δευτέρας τάξεως» εκλογές, στις οποίες ευνοείται κατεξοχήν η πολιτική διαμαρτυρία. Μια περικοπή του ελληνικού χρέους, αμέσως μετά τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις που δόθηκαν στις γερμανικές εθνικές εκλογές, θα ήταν «βούτυρο στο ψωμί» των γερμανών ευρωσκεπτικιστών. Ταυτοχρόνως ο κ. Σόιμπλε έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι για συνταγματικούς λόγους η Γερμανία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί χώρα που δεν μπορεί να τηρήσει τις υποχρεώσεις της. Συνεπώς είναι πιθανό η γερμανική πλευρά να σπρώξει το θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους μετά και τις ευρωεκλογές, όταν θα έχουν τελειώσει οι καταβολές των δόσεων και να το συνδυάσει με μια πραγματική ή τεχνητή κρίση στην Ελλάδα.

Τι σημαίνει αυτό για εμάς; Σημαίνει παράταση της αβεβαιότητας και συνεπώς αναβολή της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, με πολύ μεγάλο πρόσθετο οικονομικό, κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος. Οι περισσότεροι πιθανοί επενδυτές, Έλληνες και ξένοι, ιδίως όσοι θέλουν να κάνουν άμεσες παραγωγικές επενδύσεις που θα μειώσουν επιτέλους την ανεργία, δεν έχουν λόγο να βιαστούν και να τοποθετηθούν μόνιμα στην Ελλάδα πριν ξεκαθαρίσει το θέμα του χρέους και συνεπώς να μειωθεί ο σημερινός «κίνδυνος χώρας».

Μπορούμε να κάνουμε κάτι ή οι παρατηρήσεις αυτές είναι απλώς διαπιστωτικές; Την απάντηση την δίνει η προηγούμενη εμπειρία μας. Όταν ξεκίνησε η εφαρμογή του πρώτου μνημονίου πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να ελπίσουν στην μεταρρυθμιστική δυναμική που θα προσέφερε στη χώρα η εξάρτηση από τους Ευρωπαίους και η παρουσία της τρόικας [1]. Σήμερα γνωρίζουν πλέον όλοι πολύ καλά ότι πρέπει να διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις για την ικανότητα της τρόικας και να αντιμετωπίζουμε με ωμό ρεαλισμό τα κίνητρα των δανειστών μας.

Για την ανικανότητα της τρόικας αρκεί να λεχθεί ότι με τις ευλογίες της σήμερα, τρία χρόνια μετά το μνημόνιο, συνεχίζουν να βγαίνουν στη σύνταξη (και να τους επιδοτούμε με χρήματα από φόρους, που καταστρέφουν ότι έχει απομείνει στην ιδιωτική οικονομία), προνομιούχες ομάδες εργαζομένων σε ηλικία 50 ετών με πλασματικά έτη υπηρεσίας ακόμα και τις ημέρες απεργιών!

Σε ό,τι αφορά τα κίνητρα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ας προβληματιστούν οι αναγνώστες απαντώντας το ακόλουθο ερώτημα: Προέτασσε άραγε η ευρωπαϊκή πλευρά (Γάλλοι και Γερμανοί), μόνο την σωτηρία του ευρώ και της Ευρώπης όταν μας έδινε το αρχικό πακέτο, ή μήπως παράλληλη αλλά καθοριστική επιδίωξή της ήταν να στείλει το λογαριασμό για τις κάκιστες επενδύσεις των τραπεζών της (σε ομόλογα του νότου), από τους μετόχους των τραπεζών στους γερμανούς και γάλλους φορολογούμενους. Πρακτική που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση της κρίσης του 2008, όταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν κάνει άθλιες επενδύσεις στην αμερικανική κτηματαγορά και οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στη Γερμανία και την Γαλλία δεν άντεχαν να την επαναλάβουν χωρίς να υπάρχει κάποιος τρίτος που να αναλάβει τις ευθύνες του «αμαρτωλού», να τιμωρηθεί και να μετανοήσει.

Συμπέρασμα: Η αφελής αντιμετώπιση των ευρωπαϊκών κινήτρων και η θεωρία περί «πεφωτισμένης» τρόικας, είναι σχεδόν τόσο επικίνδυνη όσο και οι παράλογες και εξωπραγματικές απόψεις του λεγόμενου «αντιμνημονιακού» μετώπου. Γιατί οδηγεί στην εναπόθεση της τύχης μας και των βαθιών αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα, στα χέρια τρίτων. Και τελικά καταλήγουμε στον τραγέλαφο να αναλαμβάνουν να βγάλουν τη χώρα από αδιέξοδο τα κόμματα που έχουν την κύρια ευθύνη της καταστροφής και μια τρόικα που συστηματικά αποδέχεται (για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας), αντί της δραστικής μείωσης του μεγέθους του χρεοκοπημένου κράτους, να εξοντώνεται -μέσω της υπερφορολόγησης και της έλλειψης ρευστότητας- ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας.

Η χώρα χρειάζεται μια επαναστατικά διαφορετική πολιτική λιγότερων φόρων και μικρότερου κράτους, μαζί με μια ρεαλιστική και έγκαιρη αναδιάρθρωση του χρέους της, που είναι ούτως ή άλλως μη βιώσιμο σήμερα. Αλλιώς το ελληνικό δράμα –με τη μορφή της τεράστιας σπατάλης ανθρώπων που συνεπάγεται η εξωπραγματική ανεργία και της πολυετούς και βασανιστικής παγίδευσης μεγάλων τμημάτων του ελληνικού πληθυσμού στην φτώχεια και την απόγνωση - θα συνεχιστεί. Όχι ως «σκετσάκι» της εκλογικής εκστρατείας της κ. Μέρκελ, αλλά ως επώδυνη και αναπόφευκτη πραγματικότητα που θα συνεχίσει να βιώνει ο ελληνικός λαός.
________________________________________
[1] Δεν ανήκω σ’ αυτούς μια που είχα ζητήσει από το 2010, πριν το μνημόνιο, να πάρουμε τα μέτρα μόνοι μας και να μην μας τα επιβάλει το ΔΝΤ.

Συγγραφέας: Θόδωρος Σκυλακάκης, ευρωβουλευτής, πρόεδρος Δράσης - Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Athens Voice [09.07.2013]