1.7.13

Η φράουλα και η κοινή λογική...



Ζητούν παραγωγοί 4500 εργάτες για τη συλλογή της φράουλας. Δίνουν μεροκάματο 23 ευρώ καθαρά (26 ευρώ με το εργόσημο), για πέντε ώρες εργασίας ημερησίως και υπόσχονται αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Εμφανίζονται μόλις δέκα (10!!) συμπατριώτες μας να δουλέψουν (το πιθανότερο δε είναι πως οι λοιπές θέσεις θα καλυφθούν από ξένους εργάτες, εύχομαι φανερά εργαζόμενους στη χώρα μας).

Το θέμα δημοσιοποιείται, έτσι οσονούπω εμφανίζονται αυτοί που καταγγέλουν το «εξευτελιστικά χαμηλό μεροκάματο πείνας και εξαθλίωσης του εργαζομένου» (sic!). Και έπονται αυτοί που ζητούν επιτακτικά από το κράτος να επιδοτήσει την εργασία των Ελλήνων (γιατί όχι αλήθεια και των ξένων;) με 10-15 ευρώ (επιπλέον αυτών που δίνει ο παραγωγός) «για να βρει δουλειά ο κοσμάκης και να αντιμετωπιστεί η ανεργία».

Να δεις που το μεσημεράκι, μετά τον φραπέ, θα ενωθούν στις καφετέριες της πόλης με τους «ανέργους νέους», να καταγγείλουν την ακριβεια στην αγορά (και στην φράουλα…) και να τους ζητήσουν «δουλειές για όλους». Κρίμα που δεν έχω στην εταιρεία μου καμμιά πενηνταριά θέσεις διευθυντών (άνευ χαρτοφυλακίου και ευθύνης βεβαίως βεβαίως...) για να βοηθήσω να μειωθεί η ανεργία στην Ελλάδα του 2013, το τελευταίο σοβιέτ της Ευρώπης....

Στα σοβαρά τώρα, πέντε σχόλια κοινής λογικής επί του θέματος:

Πρώτον: αν η αμοιβή που προσφέρει ένας εργοδότης είναι εκτός πλαισίων νόμου (=εξαιρετικά χαμηλή), τότε πρέπει να παρέμβουν οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Εδώ δεν παρεμβαίνουν άρα θεωρητικά η αμοιβή είναι εντός των πλαισίων του νόμου. Μπορεί να μην είναι επαρκής για το επίπεδο ζωής που έχει ο καθένας μας επιλέξει να ζει, αλλά αυτό είναι άλλη (εξίσου σοβαρή) κουβέντα και αφορά, ως προς το επιχειρηματικό σκέλος, το κόστος παραγωγής και άρα την τελική τιμή του προϊόντος στην αγορά, ως προς δε το κοινωνικό σκέλος το πως εμείς οι πολίτες κάνουμε τις όποιες επιλογές που διαμορφώνουν την καθημερινότητα μας.

Δεύτερον: αν δεν μας αρέσει η αμοιβή που προσφέρει ο επιχειρηματίας απλά δεν πάμε να δουλέψουμε, αν όμως κάποιος άλλος εργαζόμενος, κρίνει πως του αρέσει η αμοιβή και πάρει τη δουλειά (=η προτεινόμενη αμοιβή είναι «μέσα» στην αγορά) χωρίς εκπτώσεις στους όρους εργασίας, το βουλώνουμε και κοιτάμε να προσαρμοστούμε στις συνθήκες της αγοράς πριν πεινάσουμε. Τόσο απλά!

Τρίτον: αν κανείς εργαζόμενος δεν πάει να δουλέψει στον συγκεκριμένο εργοδότη (=η προτεινόμενη αμοιβή είναι λάθος), τότε αυτός είτε θα υποχρεωθεί να αυξήσει την προσφορά του (πχ να εξασφαλίσει και αξιοπρεπή καταλύματα με χαμηλό κόστος ώστε να φιλοξενηθούν εργάτες εκτός περιοχής ή να εξασφαλίσει την ομαδική μετακίνηση εργατών από γειτονικές περιοχές, κάτι που σήμερα δεν γίνεται!) είτε θα καταστραφεί οικονομικά. Και στις δύο περιπτώσεις, η αγορά έχει τον τρόπο να δώσει τη λύση, χωρίς παρεμβάσεις από τους πατερούληδες και το κράτος.

Τέταρτον: η όποια επιδότηση είναι στρέβλωση, αλλάζει τους κανόνες της αγοράς και επιβαρύνει τους πάντες χωρίς καμία ανταπόδοση. Είναι ένας ακόμα φόρος υπέρ τρίτων, ένα ακόμα εργαλείο κομματισμού και διαπλοκής με το κράτος. Αν χρειάζεται κάτι από το κράτος, είναι διαρκής έλεγχος για το ότι τηρούνται οι νόμοι τόσο από τον επιχειρηματία όσο και από τους εργαζόμενους, πχ να ελέγχεται πως αυτοί που τελικά θα δουλέψουν εκεί θα μένουν σε καταλύματα του ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου, και όχι σε κάποιο παράπηγμα στην ύπαιθρο χωρίς τις στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής. Εκτός αν αποφασίσουμε ως κοινωνία πως το ελάχιστο αξιοπρεπές επίπεδο για όλους είναι μια παράγκα μέσα στα λιόδεντρα, με χαρτόνια για τοίχους, ένα βαρέλι στον ήλιο για «τρεχούμενο νερό» και μια τρύπα στο χώμα με μια κουβέρτα μπροστά για τουαλέτα... Αυτό σημαίνει σεβασμός στους κανόνες και ίσες ευκαιρίες, όχι η επιδότηση.

Πέμπτον (και τελευταίον): αν το να περνάς καλά χωρίς να μπαίνεις στην διαδικασία να δουλεύεις είναι πιό αποδοτικό και ξεκούραστο από το να περνάς καλά δουλεύοντας, τότε σημαίνει πως παρασιτοβιείς εις βάρος των υπολοίπων, κάτι που ισχύει είτε έχεις δική σου περιουσία είτε μασάς την περιουσία των άλλων, της οικογένειας σου ή της κοινωνίας.