13.5.13

Οι αγαθές προθέσεις και το παιχνίδι της Χρυσής Αυγής



[ένα αξιόλογο άρθρο που τονίζει μια βασική αρχή: πως όταν τα επιχειρήματα και οι προτάσεις δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο, τότε παίρνουν τη θέση τους ο συναισθηματισμός, ο λαϊκισμός και ο φασισμός. Διαβάστε το παραπάνω από μία φορές και προσπαθήστε να το εφαρμόσετε στην καθημερινή σας πρακτική. Ειδικά όταν απέναντι σας έχετε ανθρώπους των άκρων, της κραυγής, της «αγανάκτησης», από αυτούς τους μπόλικους γύρω μας, τους έτοιμους και πρόθυμους να εισβάλλουν και να υποτάξουν τα θέλω και τα πιστεύω μας...
Γιάννης Π. Τριανταφύλλου]


Μπορείτε, έτσι στα γρήγορα, να θυμηθείτε τη θέση της «Χρυσής Αυγής» για ένα, για οποιοδήποτε, από τα θέματα της πολιτικής ατζέντας; Μάλλον δεν μπορείτε· και δεν φταίτε καθόλου γι’ αυτό. Η άγνοιά σας δεν οφείλεται στην ελλιπή ενημέρωσή σας, αλλά στην ίδια τη Χ.Α. και την ανυπαρξία στοιχειωδώς επεξεργασμένων πολιτικών θέσεων που την χαρακτηρίζει ως κόμμα.

Εναν χρόνο τώρα, αφότου η Χ.Α. εκπροσωπείται με 18 έδρες στη Βουλή, το πολιτικό στίγμα της αποτυπώνεται στη συνείδηση της κοινής γνώμης περισσότερο μέσω της συμπεριφοράς των βουλευτών της παρά των θέσεών της. Νομίζω ότι όλοι έχουμε σχηματίσει την εντύπωση ότι, πάνω κάτω, το κόμμα αυτό εκφράζει έναν νευρωτικό και ασυνάρτητο σοβινισμό, ότι επιδιώκει την έξωση από την Ελλάδα των μεταναστών, λαθραίων και μη (χωρίς, ωστόσο, να έχει εξηγήσει ποτέ πώς αυτό θα ήταν πρακτικά δυνατόν), ότι αντιτάσσεται αναφανδόν στο Μνημόνιο και τους δανειστές με τη γλώσσα και το συναίσθημα των αγανακτισμένων της πλατείας Συντάγματος, ότι μιλάει πότε πότε για την ανάγκη να βασισθεί η ελληνική οικονομία στην ανάπτυξη πρωτογενούς παραγωγής (αλλά αυτό το λένε όλοι, αν δεν κάνω λάθος) και κάπου εδώ τελειώνει ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε για τις πολιτικές θέσεις της Χ.Α. μέσα από τον δημόσιο λόγο που εκφέρει.

Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε επίσης ότι ο πυρήνας του κόμματος αποτελείται από πρόσωπα εμφορούμενα από αντιλήψεις ρατσιστικές και νεοναζιστικές. Πόσοι να είναι αυτοί; Να δεχθούμε ότι είναι οι περίπου 20.000 των ψηφοφόρων της στις εκλογές του 2009; Και πάλι πολλοί είναι, λέω εγώ. Οπωσδήποτε, όμως, δεν είναι οι 426.000 που ψήφισαν «Λαϊκό Σύνδεσμο - Χρυσή Αυγή», με έμβλημα τον μαίανδρο, στις εκλογές του περσινού Ιουνίου. Για τον λόγο αυτόν, ναζιστικές θέσεις δεν έχουν εκφρασθεί ευθέως από τη Χ.Α. Μέχρι στιγμής, δεν εκδηλώθηκε ούτε καν ο ρωμαλέος αντικομμουνισμός εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, τον οποίον πολλοί προεξοφλούσαν πέρυσι όταν είδαν 18 χρυσαυγίτες στα βουλευτικά έδρανα και περίμεναν ότι «θα γίνει της Κορέας» στη Βουλή.

Δεν είναι ο λόγος το μέσον διά του οποίου η Χ.Α. διεκδικεί έναν διακριτό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Τα μέσα που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό είναι, πρώτον, ο ακτιβισμός, που είτε στρέφεται ευθέως κατά μεταναστών (οι επιθέσεις στους μικροπωλητές στο Μεσολόγγι) είτε με αρνητικές διακρίσεις εις βάρος τους (συσσίτια μόνον για Ελληνες) και, δεύτερον, η σκόπιμη προσβολή των κανόνων της ευπρέπειας: οι αγριοφωνάρες, οι ανοίκειες διατυπώσεις, το υβρεολόγιο, οι σφαλιάρες του Ηλία Κασιδιάρη και τα ούρα του Χρήστου Παπά.

Η Χ.Α. δεν αποφεύγει την επεξεργασία συγκεκριμένων θέσεων επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή δεν την συμφέρει να το κάνει. Οσο διατηρεί ασαφείς και νεφελώδεις τις θέσεις της, επιτρέπει σε όλους εκείνους που την υποστηρίζουν να προβάλουν σε αυτήν τη δική του ερμηνεία ο καθένας για το τι είναι και τι πρεσβεύει το κόμμα. Αν τις συγκεκριμενοποιούσε, αμέσως θα έχανε κόσμο. Ούτε καταφεύγει η Χ.Α. στην απρέπεια και τη χυδαιότητα επειδή αυτός είναι ο φυσικός τρόπος του πιθηκάνθρωπου. Εντάξει, εν μέρει, είναι και αυτό - κυρίως, όμως, η brutalite είναι γι’ αυτήν ο πλέον πρόσφορος τρόπος για να αποδεικνύει ότι διαφέρει από όλους τους άλλους. Είναι ο τρόπος για να κατοχυρώνει ότι η αντισυστημική θέση της είναι erga omnes.

Ανεξαρτήτως του τι κρύβεται στον πυρήνα της, η Χ.Α. με τη σημερινή έκταση που έχει λάβει ως φαινόμενο είναι ένα κίνημα διαμαρτυρίας, είναι κάτι ανάλογο του British National Party (ΒΝΡ). Θυμίζω ότι η ακμή του ΒΝΡ, το έτος 2009, όταν κέρδισε αρκετές θέσεις σε δημοτικά συμβούλια, ήταν και η αρχή του τέλους του. Διότι μόλις υποχρεώθηκε να πάρει συγκεκριμένες θέσεις για συγκεκριμένα προβλήματα, έστω στο τοπικό επίπεδο της πολιτικής, εξαερώθηκε αμέσως η γοητεία του απροσδιόριστου, που ώς τότε επέτρεπε στον καθένα να βλέπει στο ΒΝΡ ό,τι ήθελε. Αλλά γιατί να κοιτάζουμε τόσο μακριά; Θυμηθείτε το στραπάτσο των ΑΝΕΞ.ΕΛ. (Ανεξέλεγκτοι Ελληνες), μόλις ο Πάνος Καμμένος άρχισε να διατυπώνει θεωρίες για τη σύνδεση της δραχμής με το δολάριο και άλλες τέτοιες αρλούμπες. Αυτό προσπαθεί να αποφύγει η Χ.Α., εξ ου και η στάση την οποία έχει υιοθετήσει. Είναι επιλογή εκ μέρους της η ασάφεια, όχι αδυναμία· διότι, στην πραγματικότητα, τρέμει τη στιγμή που θα πρέπει να εγκαταλείψει την άρνηση και να περάσει στη θέση.

Αν όλα αυτά παραπάνω ευσταθούν, τότε η Χ.Α. πρέπει να προσεύχεται (ή να θυσιάζει στον Δία - δεν ξέρω...) ώστε το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα να την καταστήσει αποσυνάγωγο. Η ανάδειξή της στον ρόλο του θύματος την συμφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό και ήταν σώφρων η απόφαση της κυβέρνησης να σταματήσει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του Αντώνη Ρουπακιώτη. Θυμίζω ότι παρεμφερές νομοσχέδιο («Καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας», ήταν ο τίτλος του) είχε φέρει το φθινόπωρο του 2011 ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Μιλτιάδης Παπαϊωάννου. Το περιεχόμενό του είχε συζητηθεί σε δύο συνεδριάσεις της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής τον Δεκέμβριο εκείνου του χρόνου και τελικά εγκατελείφθη, κυρίως λόγω της Ν.Δ. η οποία -ορθώς- διέβλεψε κινδύνους στη θεσμοθέτηση της πολιτικής ορθότητος. Ηταν επόμενο, λοιπόν, να είναι το Μαξίμου εκείνο που την περασμένη Παρασκευή σταμάτησε ανάλογη προσπάθεια του σημερινού υπουργού. Πολύ περισσότερο δε, καθώς σήμερα η Χ.Α. είναι κοινοβουλευτικό κόμμα και όχι απλώς μια κίνηση με υπόγειο ρεύμα, που εκπροσωπείται με μόνον μια έδρα στο δημοτικό συμβούλιο Αθηναίων. Δείτε το όμως και από μια άλλη πλευρά: και μόνον το γεγονός ότι το νομοσχέδιο Ρουπακιώτη το ενέκρινε πλήρως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει ότι εν τέλει ήταν ένα τεράστιο λάθος...

Συγγραφέας: Στέφανος Κασιμάτης - Πηγή: Καθημερινής της Κυριακής 12.05.2013