14.4.13

Η υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του υπαρκτού Ελληνισμού


Μία φράση την οποία έτυχε να ακούσω ουκ ολίγες φορές από Βρετανούς φίλους, όταν πάνω στη συζήτηση έθιγα -με εντελώς αθώα, καθαρά διερευνητική διάθεση- το θέμα της Θάτσερ, είναι ότι «όσο απομακρύνεται κάποιος από τη Βρετανία τόσο περισσότερους θαυμαστές της βρίσκει». Κάθε φορά που την άκουγα, καταλάβαινα ότι, αν ήθελα να συνεχιστεί η κουβέντα ευχάριστα και ανάλαφρα, όφειλα κι εγώ να κρατήσω την περιέργειά μου επί του θέματος για τον εαυτό μου. Ηταν η εύσχημη προειδοποίηση ότι δεν πρέπει να ξύνω παλιές πληγές, οπότε κι εγώ το γύριζα στο μόνο ασφαλές και πάντα ενδιαφέρον θέμα για τους Βρετανούς: τον καιρό.

Τέτοια ευφυολογήματα, βέβαια, ποτέ δεν έχουν κυριολεκτική ισχύ - στο κάτω κάτω, οι Βρετανοί έδωσαν στη Θάτσερ τις τρεις εκλογικές νίκες της, όχι οι Νεφελίμ. Και, πάντως, για την περίπτωση της Ελλάδας, παρά τη γεωγραφική απόσταση από τη Βρετανία, το περί ου ο λόγος δεν έχει καμία ισχύ. Εδώ είμαστε σε άλλον πλανήτη. Στη χώρα όπου η νοοτροπία του λαού της και οι αξίες του διαμορφώθηκαν από το ΠΑΣΟΚ και μένουν ως κραταιά παρακαταθήκη για το μέλλον, ακόμη και σήμερα καθώς το ΠΑΣΟΚ οδεύει προς το αναπόφευκτο τέλος, η Θάτσερ και ο θατσερισμός δεν μπορούν να έχουν σοβαρές ελπίδες. Οχι τόσο εξαιτίας της επικράτησης στερεοτύπων της αριστερής προπαγάνδας, όσο για τον λόγο ότι οι αξίες που εκπροσώπησε η Θάτσερ στα ένδεκα χρόνια κατά τα οποία κυβέρνησε τη Βρετανία είναι αντίθετες με τα ιερά και τα όσια της δικής μας κουλτούρας. Στην πραγματικότητα, έχω την εντύπωση ότι η άγνοια για το έργο της κατά κάποιο τρόπο προστατεύει τη φήμη της· διότι, αν ξέραμε, θα την είχαμε κηρύξει υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του υπαρκτού Ελληνισμού!

Η Θάτσερ, πρώτα απ’ όλα, διέφερε ως προς την αντίληψη περί διακυβέρνησης. «Αν ξεκινήσεις με τον σκοπό να γίνεις αρεστός, θα συμβιβαστείς με οποιονδήποτε οποτεδήποτε και δεν πρόκειται να πετύχεις τίποτε», είχε πει σε μια συνέντευξή της, όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει το συγκρουσιακό στυλ της. Η Θάτσερ αναζητούσε την ευκαιρία για την αποφασιστική αναμέτρηση με τον αντίπαλο, την αναμέτρηση που λέγεται στη γλώσσα της στρατηγικής «battle of annihilation», τη μάχη με σκοπό την εξολόθρευση του αντιπάλου. Το έδειξε στη σύγκρουσή της με τα εργατικά συνδικάτα, ειδικά δε με τους ανθρακωρύχους, οι οποίοι, με την ασυδοσία των εξωπραγματικών αιτημάτων τους, της έδωσαν την ευκαιρία της αποφασιστικής μάχης που εκείνη αναζητούσε.

Σε εμάς, αντιθέτως, το πρωτεύον είναι να γίνεσαι αρεστός διά της εξουσίας, καθώς η εξουσία δεν νοείται ως μέσον προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποτελεί μία εξαίρεση, ανεξαρτήτως του αν δεν τα κατάφερε - διόλου συμπτωματικά, δε, είναι ο μοναδικός Ελληνας πολιτικός που δηλώνει ευθαρσώς θαυμαστής της αείμνηστης. Για τους περισσότερους από τους άλλους όμως και ειδικά στα χρόνια της ώριμης Μεταπολίτευσης, η άσκηση της εξουσίας ήταν μια προσπάθεια να ικανοποιούν τους πάντες και πάντοτε, με αποτέλεσμα να κατορθώνουν αυτό που θεωρούσε ο Λίνκολν αδύνατο: να κοροϊδεύουν τους πάντες και πάντοτε. (Βέβαια, με το περίφημο «you cannot fool all of the people all of the time», ο Λίνκολν δεν αναφερόταν στους Ελληνες. Δεν είχε εμπειρία των Ελλήνων· αν είχε, μπορεί και να μην το εκστόμιζε ποτέ...). Εδώ, η πολιτική είναι τέχνη συναφής της ταχυδακτυλουργικής. Επιδιώκει την οφθαλμαπάτη: πώς να κάνουμε την ακινησία να φαίνεται σαν κίνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι πολιτικοί όπως, λ. χ., ο Στυλιανίδης ή ο Αβραμόπουλος θεωρούνται σε γενικές γραμμές «επιτυχημένοι».

Το δεύτερο, στο οποίο η παράδοση της Θάτσερ συγκρούεται με τον υπαρκτό Ελληνισμό, είναι η προτεραιότητα στην έννομη τάξη. Ο λιτός φιλελευθερισμός της αναγνώριζε τον ρόλο του κράτους σε τρεις τομείς: άμυνα από εξωτερικές απειλές, ασφάλεια στο εσωτερικό, σοβαρή νομισματική πολιτική. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να υποκύψει στον εκβιασμό των απεργών πείνας του 1981 - καταδικασμένων τρομοκρατών του IRA, ο διασημότερος των οποίων είχε καταδικασθεί επειδή το όπλο, με το οποίο είχαν βληθεί αστυνομικοί μετά από βομβιστική επίθεση, έφερε τα αποτυπώματά του. Θυμάμαι ότι, στα πανεπιστήμια τη δεκαετία του 1980, τη μισούσαν και, όταν ρωτούσες τον λόγο, σου έλεγαν ήταν ότι ο πρωτοδιοριζόμενος αστυφύλακας έπαιρνε τον ίδιο μισθό με τον πρωτοδιοριζόμενο λέκτορα. Η Θάτσερ καταλάβαινε ότι πρώτα εξασφαλίζεις την ασφάλεια και ύστερα χτίζεις επάνω της τα υπόλοιπα.

Εμείς, που τα θέλουμε όλα ταυτοχρόνως και στην εντέλεια, δείτε πόσο ωραία τα έχουμε καταφέρει και στους δύο τομείς. Είχαμε κοτζάμ εξέγερση στην Ιερισσό. Οι «φιλήσυχοι» πολίτες έκαψαν έξω από τον αστυνομικό σταθμό ό,τι έγγραφα και αρχεία βρήκαν μέσα (δείχνοντας τουλάχιστον έναν σεβασμό στην ακίνητη περιουσία...) και, αν δεν κάνω λάθος, ακόμη δεν έχει τρέξει τίποτε. Ο πρωθυπουργός παραμένει εξαφανισμένος, η δε Αστυνομία σιωπά, ελπίζοντας ότι το γεγονός θα ξεχαστεί μέσα στα τόσα απανωτά αδιανόητα που συμβαίνουν κάθε μέρα, ώσπου η λέξη «αδιανόητο» να έχει πια στραγγιστεί από κάθε νόημα. Οσο για τα πανεπιστήμια, οι επιθέσεις αριστεριστών εναντίον όποιων τους γουστάρει είναι μέρος του δημοκρατικού κεκτημένου. Μόλις την περασμένη εβδομάδα είχαμε δύο ξεχωριστά περιστατικά. Ηδη έχω ξεχάσει πού και πότε ακριβώς συνέβησαν. Τι σημασία έχει; Είναι η κανονικότητα.

Το τρίτο, εκεί όπου η παράδοση της εκλιπούσης συγκρούεται μετωπικά με τον υπαρκτό Ελληνισμό, είναι στο ότι ο θατσερισμός υπεραμύνεται της «δικαιοσύνης της κοινωνικής ανισότητας», όπως το θέτει ένας φίλος. (Φίλος κρυπτοθατσερικός, ο οποίος όμως ντρέπεται λιγάκι, εξαιτίας της κρατούσας πολιτικής ορθότητας...). Αναγνωρίζει, δηλαδή, και επιβραβεύει ο θατσερισμός το προφανές: ότι, σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου οι πόροι είναι πεπερασμένοι, είναι δίκαιο και συμβάλλει στο γενικό κοινωνικό όφελος ο καλύτερος να υπερέχει του χειρότερου. Η μεταξύ τους διάκριση γίνεται με την αξιοκρατία, η οποία, εφόσον υφίσταται και λειτουργεί υπό δημοκρατικό έλεγχο, αποβαίνει προς το συμφέρον των λιγότερο προνομιούχων. Νομίζω -σχήμα λόγου, είμαι βέβαιος- ότι περιττεύει να πω πόσο αποτροπιαστικό ακούγεται κάτι τέτοιο για τη δική μας κοινωνία, όπου ο πολτός της ισότητας με τον κοινό παρονομαστή των χειρότερων έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία. (Θυμίζω, απλώς, τους κατ’ ευφημισμόν επίορκους...).

Οταν είδα την ταινία όπου η Μέριλ Στριπ υποδύεται τη Θάτσερ, μπήκα μέσα στην αίθουσα αφού είχε ξεκινήσει η προβολή. Στο διάλειμμα, διαπίστωσα με φρίκη ότι πρέπει να ήμουν ο νεότερος στο κοινό. Σταδιακά ξεπέρασα την ντροπή μου και, εκμεταλλευόμενος το ότι συνήθως οι ηλικιωμένοι μιλούν δυνατά, έστησα αυτί για να ακούσω τις εντυπώσεις από τριγύρω. Οι περισσότεροι, ταυτιζόμενοι μάλλον με την κατάσταση της κινηματογραφικής Θάτσερ (η οποία βυθιζόταν στη νόσο του Αλτσχάιμερ), εξέφραζαν την οργή τους για τον ανοίκειο τρόπο με τον οποίο την παρουσίαζε η ταινία. Τους διέφευγε ότι αυτή ήταν η πρόθεση της σκηνοθέτιδος: να δείξει την κοινή μοίρα των ανθρώπων· δηλαδή, πως και για τους πολλούς και για τους μεγάλους το τέλος είναι πάντα το ίδιο. Το πρόβλημα της ταινίας, η αποτυχία της, ήταν ότι βασιζόταν στην απαράμιλλη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, αλλά δεν έδινε επαρκώς το ιστορικό υπόβαθρο ώστε να καταλάβει και ο άσχετος. Γύρω μου, όμως, οι ηλικιωμένοι, καλοβαλμένοι και καλοντυμένοι αστοί, αυτά όφειλαν να τα ξέρουν. Δεν τα ήξεραν. Τότε άφησα τις ψευδαισθήσεις μου και πείσθηκα ότι ο θατσερισμός στην Ελλάδα είναι σαν τον τροτσκισμό - για ειδικές περιπτώσεις σαν τη δική μου...

Συγγραφέα;ς: Στέφανος Κασιμάτης - Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής 14.04.2013