3.3.13

Ο Μητσοτάκης και η επιστροφή των [δημοσίων] προτύπων [σχολείων]

Φωτό από το ιστορικό αρχείο του σχολείου μου, από τα παλαιότερα
δημόσια πρότυπα πειραματικά σχολεία της χώρας... 
Ενας τρόπος -από τους πολλούς που υπάρχουν- για να ονομάσουμε την περίοδο που διέρχεται η χώρα είναι και ο εξής: «η εκδίκηση του Μητσοτάκη». Χρειάστηκε να περάσουν όχι δέκα, αλλά είκοσι χρόνια από την πτώση της κυβέρνησής του, το 1993, ώστε να βρισκόμαστε σήμερα με την ίδια ατζέντα μεταρρυθμίσεων που έθεσε τότε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: ιδιωτικοποιήσεις, μείωση του κράτους, απελευθέρωση των αγορών. Και τι ειρωνεία, αλήθεια, να είναι ο τότε μέγας πολέμιός του εκείνος ο οποίος σήμερα υποχρεώνεται να την εφαρμόσει! Τέτοιου μεγέθους ειρωνείες όμως λειτουργούν από μόνες τους· ακόμη και η απλή υπόδειξή τους στο κοινό περιττεύει. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε κανένας σχετικός υπαινιγμός από πλευράς του Κ. Μητσοτάκη την περασμένη Δευτέρα, στην παρουσίαση του βιβλίου «Μπροστά από την εποχή της - Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας 1990 - 1993».

Τολμώ να πω, ωστόσο, ότι ο τίτλος του βιβλίου περιέχει μια ανακρίβεια. Γιατί δηλαδή ήταν «μπροστά από την εποχή της» η κυβέρνηση Μητσοτάκη; Επειδή εμείς ως κοινωνία μένουμε πεισματικά κολλημένοι πίσω από την εποχή μας -και θεωρούμε μάλιστα τη συλλογική εμμονή μας λεβεντιά και παλικαροσύνη- πάει να πει ότι μια κυβέρνηση που επιχείρησε (όπως το επιχείρησε, τέλος πάντων) να φέρει τη χώρα στα μέτρα της εποχής ήταν μπροστά από την εποχή; Πείτε με σχολαστικό, αλλά θα επιμείνω στη διαφωνία μου. Οχι, δεν ήταν η κυβέρνηση μπροστά· εμείς ήμασταν πίσω και παραμένουμε πίσω. Εχω την εντύπωση, άλλωστε, ότι αυτό εννοεί και ο φίλος Πάσχος Μανδραβέλης στο άρθρο του της περασμένης Τρίτης, όταν αναδεικνύει ως καίριο ερώτημα, που ανακύπτει από την αναψηλάφηση της περιόδου, γιατί οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Ελλάδα δεν είναι μακράς πνοής.

Η απάντηση, όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος, είναι «διότι κανείς πολιτικός χώρος στην Ελλάδα, πλην της Αριστεράς, δεν έχει επενδύσει στο πεδίο της ιδεολογίας». Εχει δίκιο. Ενας πολιτικός ηγέτης ο οποίος θα μπορέσει να μεταδώσει πειστικά το μήνυμα ότι ελεύθερη οικονομία, σαφείς κανόνες για όλους και μικρό κράτος λειτουργούν προς όφελος των πολλών (μια Θάτσερ, με άλλα λόγια...) δεν προκύπτει από τη μια μέρα στην άλλη. Επειδή όμως τα κόμματα από την κοινωνία προέρχονται και τις αντιλήψεις της εκφράζουν, η συγκεκριμένη απάντηση έχει και μια βαθύτερη διάσταση: οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες δεν έχουν πνοή επειδή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία η οποία δεν μπορεί να κατανοήσει την αναγκαιότητά τους, κάτι που οφείλεται στην αδυναμία της να αποκτήσει ρεαλιστική εικόνα της πραγματικότητας και στην έλλειψη της δυνατότητας να παρακολουθεί την εξέλιξή της.

Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση μας να βολευόμαστε αμέσως με τις ευχάριστες καταστάσεις και να προσαρμοζόμαστε δύσκολα στις δυσάρεστες. Παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι αυτό συμβαίνει· δεν πρωτοτυπούμε σε τίποτε εμείς, όταν αντιδρούμε στα δεινά της κρίσης. Το ερώτημα όμως είναι γιατί εμείς αντιστεκόμαστε τόσο μανιωδώς στην κατανόηση των στοιχειωδών όρων της πραγματικότητας. Γιατί, λ.χ., όταν λεφτά δεν βγάζουμε και δεν υπάρχει κανείς να μας δανείσει, εμείς επιμένουμε βλακωδώς να πιστεύουμε τον αισχρό δημαγωγό που υπόσχεται ότι θα μας αυξήσει τους μισθούς μόλις τον ψηφίσουμε; Γιατί κρίνουμε βάσει αυτού που μας ικανοποιεί ψυχολογικά και όχι βάσει του άλλου που ανταποκρίνεται στους κανόνες της λογικής μας; Δεν είναι απάντηση το «επειδή έχουμε δημοκρατία». Δημοκρατία έχουν και αλλού στον κόσμο, εμείς όμως τη συγχέουμε με τη βλακεία· δηλαδή, όχι μόνον θέλουμε να επικρατεί η γνώμη των περισσότερων (και καλώς το θέλουμε), αλλά και των χειρότερων, των λιγότερο ικανών και προικισμένων.

Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι η κυβέρνηση αποκαθιστά τον θεσμό των πρότυπων και πειραματικών σχολείων στη μορφή που αυτά είχαν προτού, ουσιαστικά, τα καταργήσει το ΠΑΣΟΚ το 1981. Η επαναφορά των εισαγωγικών εξετάσεων, αντί της κλήρωσης που ίσχυε επί 32 χρόνια, είναι ένα βήμα πραγματικής προόδου. Διότι, εφόσον αφεθούν να λειτουργήσουν σύμφωνα με τον σκοπό τους -που δεν είναι άλλος παρά να παράσχουν στους ικανότερους μαθητές τις καλύτερες δυνατότητες για μάθηση-, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι και πάλι, δειλά, από την αρχή, ξεκινάμε να κτίζουμε τον μηχανισμό για τη δημιουργία αυτού που σήμερα λείπει περισσότερο από τη διάρθρωση της κοινωνίας μας: αξιόπιστης πνευματικής ελίτ, αξιοκρατικά στελεχωμένης. Καμία πραγματικά δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ελίτ και το απαραίτητο σύστημα για την αξιοκρατική ανανέωσή της. Επειδή -είτε μας αρέσει είτε όχι- σε κάθε κοινωνία κάποιοι είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τα περίπλοκα και δυσνόητα θέματα της πραγματικότητας και εμείς οι υπόλοιποι αυτούς πρέπει να τους λαμβάνουμε υπ’ όψιν για τον σχηματισμό της δικής μας κρίσης, η πνευματική ελίτ είναι απαραίτητη, εφόσον διακρίνεται από αίσθημα κοινωνικής ευθύνης. Και το αίσθημα αυτό σε τίποτε άλλο δεν εμπεδώνεται καλύτερα παρά στη συνείδηση ότι η κοινωνία (και όχι τα λεφτά του μπαμπά σου) σου παρέσχε ό,τι καλύτερο μπορούσε για τη μόρφωσή σου, επειδή αναγνώρισε την αξία σου.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, ότι το υπουργείο Παιδείας επαναφέρει τον θεσμό στις σωστές βάσεις του. Θα πετύχει η προσπάθεια; Αυτό είναι άλλη υπόθεση - δεδομένου ότι οι καθηγητές σήμερα προέρχονται ως επί το πλείστον από τα εκτροφεία των αριστερών οργανώσεων της δεκαετίας του 1980 και θεωρούν «πρόοδο» την ημερήσια διδασκαλία τεσσάρων ωρών και τους τέσσερις μήνες αραλίκι τον χρόνο. Πάντως, η προσπάθεια πρέπει να υποστηριχθεί. Ειδάλλως, ας αφεθούμε στη μοίρα μας ως η τελευταία -και βαθύτερα- σοσιαλιστική χώρα των Βαλκανίων· και ας μη χάνουμε χρόνο και ενέργεια μιλώντας για μεταρρυθμίσεις...

Συγγραφέας: Στέφανος Κασιμάτης - Πηγή: Καθημερινή