31.12.12

Τέσσερις ηθικές σκέψεις... [μέρος Β']



Δημοσίευσα προχθες ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Στέφανου Κασιμάτη με τίτλο «Τέσσερις ηθικές σκέψεις για τους δικαστές και τις αμοιβές τους». Στο κείμενο αυτό αποτυπώνονται μια σειρά σκέψεων ανώτατου δικαστικού γύρω από το θέμα της λευκής αποχής των δικαστικών από τα καθήκοντα τους.

Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι το κείμενο αυτό επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο μερικούς σημαντικούς προβληματισμούς για θέματα «αυτονόητα», όπως η εργασία και η αμοιβή, το δημόσιο λειτούργημα και το καθήκον, η προσφορά και η απαίτηση. Πιστεύω πως ξεπερνά τα στενά όρια του δικαστικού κλάδου (εξουσίας αν προτιμάτε) και εκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας μας, καθώς τα συμπεράσματα του τελικά στοιχειώνουν την καθημερινότητα μας.

Γράφει ας πούμε το κείμενο: «...ο δικαστής έχει τη θεσμική δυνατότητα να επιβάλει τη θέλησή του στην κοινωνία - μάλιστα να την επιβάλει ως "δίκαιο"...». Μήπως είναι ο μόνος; Μήπως τη «θεσμική» αυτή δυνατότητα δεν την έχουν τόσοι και τόσοι συνδικαλιστές των κρατικών μονοπωλίων (και όχι μόνο); Θυμηθείτε πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε στην περίοδο μιας απεργίας σε κρατικό μονοπώλιο (και όχι μόνο) την έννοια της ελάχιστης παροχής της μονοπωλιακής υπηρεσίας με προσωπικό ασφαλείας. Οι νεώτεροι ειδικά, δεν την έχουν καν ακούσει!

Θα μου πείτε πως πάντα στις απεργίες προβλέπεται προσωπικό ασφαλείας και αυτό είναι εκεί, διαθέσιμο. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν «διατίθεται», το θέμα είναι πως -έκον ή άκον- δεν παρέχει καν την ελάχιστη υπηρεσία, έτσι, το συνδικάτο, θεσμικά, «επιβάλει τη θέλησή του στην κοινωνία» και μάλιστα «την επιβάλει ως "δίκαιο"...». Όσο για το αν μπορούμε «κατά νόμο» να το εμποδίσουμε αυτό, ας προχωρήσουμε στο επόμενο ανέκδοτο...

«Με ποιο ηθικό κύρος θα ανέβει έπειτα στην έδρα να δικάσει» είναι η ερώτηση που ακολουθεί στο κείμενο, μια ερώτηση που πιστεύω πως δεν πρέπει να περιορίζεται στον δικαστή ως λειτουργό και φορέα συνταγματικής εξουσιας. Κοιτάξτε πχ τη δημόσια εικόνα προβεβλημένων συνδικαλιστών αλλά και επίδοξων κυβερνητών μας και αναρωτηθείτε για ποιό λόγο, ως πολίτες, δεν πρέπει να αναζητούμε την (παντελώς απούσα από πολλούς) ηθική στον τρόπο με τον οποίο εκπροσωπούν τους «εντολείς» τους έναντι του κοινωνικού συνόλου...

«Είναι λοιπόν, τελικά, αποτιμητή σε χρήμα η ανεξαρτησία του δικαστή; Εισέρχεται ο δικαστής στο σώμα συνάπτοντας ένα συμβόλαιο με την κοινωνία της μορφής: "υπόσχομαι να είμαι αδέκαστος αν με πληρώνετε αρκετά";» είναι η επόμενη σκέψη του γράφοντος δικαστικού. Πιστεύω πως θα πρέπει να προεκτείνουμε λίγο αυτή τη σκέψη. Ποιός αλήθεια από τους κρατικούς υπαλλήλους (κεντρικού κράτους, αυτοδιοίκησης, ΔΕΚΟ κλπ) απέκτησε την συνταγματικά προστατευόμενη εργασιακή μονιμότητα του συνάπτοντας ένα συμβόλαιο με την κοινωνία της μορφής: "υπόσχομαι να είμαι αδέκαστος αν με πληρώνετε αρκετά"; Ή έστω να είναι συνεπής στα καθήκοντα του; Ουδείς! Να διευρύνουμε λοιπόν και την παραίνεση του δικαστικού; Μήπως όποιος κρατικός υπάλληλος δεν μπορεί να είναι «αδιαπραγμάτευτα» ηθικός και αδέκαστος, απλούστατα δεν έπρεπε κατ’ αρχάς να επιλέξει τη δουλειά αυτή ή οφείλει να παραιτηθεί;

Επόμενη σκέψη: «Η κοινωνία δικαιούται και, ενδεχομένως, οφείλει να αμείβει ορισμένα έργα περισσότερο από άλλα, ιδίως όταν η διαφοροποίηση δικαιολογείται από το όφελος το οποίο αποκομίζει το κοινωνικό σύνολο από τα συγκεκριμένα έργα». Σωστό. Το έχετε δει όμως να εφαρμόζεται κάπου στο σύνολο του κρατικού μας μηχανισμού; Στο σύνολο του δημόσιου τομέα; Σωστή η παραίνεση πως «σε κανένα μέρος του κόσμου κανείς δεν γίνεται δικαστής για να πλουτίσει», αξίζει όμως να σκεφτούμε ευρύτερα και να αναρωτηθούμε σε ποιό μέρος του κόσμου γίνεται κανείς κρατικός υπάλληλος ή λειτουργός για να πλουτίσει...

«Σκέψη τέταρτη. Ας ξαναπιάσουμε τον συλλογισμό περί της κοινωνικής ωφελιμότητας κάθε έργου και της αντίστοιχης αμοιβής του. Οταν απαιτώ οφείλω να μετρώ τι προσφέρω.» Σωστή μεν η σκέψη, καινοτόμος δε για τα ελληνικά δεδομένα. Να θυμίσω πως, εδώ και πολύ καιρό, δηλούμενο επίσημα, οι φόροι και τα τέλη που πληρώνουμε διατίθενται πρώτα και κύρια για μισθούς και συντάξεις και κατόπιν, αν περισσέψει κάτι, για τα απαραίτητα ώστε οι μισθοδοτούμενοι να μας παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες φορολογούμεθα; Κανονικά θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο, να παίρνουμε ολοκληρωμένες υπηρεσίες σε αντάλλαγμα των φόρων μας και το πλήθος τους (επακόλουθα και οι πάροχοι τους) να μεταβάλλεται ανάλογα με τη φοροδοτική μας ικανότητα. Ψιλά γράμματα, άσε που η σκέψη αυτή μπορεί να αποδειχθεί πως έχει «τιμωρητικό χαρακτήρα» άρα απορρίπτεται ως «ανάλγητη» και «νεοφιλελεύθερη». («Οι άνθρωποι πάνω από τα νούμερα», μην ξεχνιόμαστε...)

Και σε τελική ανάλυση, δοκιμάστε να ρωτήστε οποιονδήποτε των μεγαλοσυνδικαλιστών του δημοσίου αν είναι ικανοποιημένοι από την απόδοση του ελληνικού δημοσίου. Δεν είναι αλλά δεν φταίνε αυτοί, κάποιος άλλος φταίει, πάντα. Ούτε δέχονται πως «αν έκαναν καλά και έγκαιρα τη δουλειά τους, η χώρα δεν θα είχε περιέλθει στην κρίση στην οποία βρίσκεται σήμερα», το θεωρούν υπερβολή και «κοινωνικό αυτοματισμό». Και μην τους πείτε πως «δεν δικαιούνται να διαμαρτύρονται», στην καλύτερη περίπτωση θα κάνουν πως δεν ακούν και αυτό θα πρέπει να το εκλάβετε ως εκδήλωση αβροφροσύνης...

Αυτά είχα να προσθέσω στο εξαίρετο άρθρο που διάβασα. Απλές σκέψεις ενός απλού ανθρώπου που περιμένουν τα σχόλια και τις αντιρρήσεις σας. Καλή χρονιά!

[Το αρχικό κείμενο του Στέφανου Κασιμάτη από την Καθημερινή της 28.12.2012 μπορείτε να διαβάσετε στην προηγούμενη δημοσίευση στο blog μου με τίτλο Τέσσερις ηθικές σκέψεις... [μέρος Α']