25.7.12

Επήλθε το μοιραίο



Ως εδώ ήταν λοιπόν. Ησυχα και αθόρυβα -τόσο ήσυχα που σχεδόν δεν καταλάβαμε ότι συνέβη- εξέπνευσε το πρωί η καημένη, έπειτα από άνιση μάχη που έδωσε επί τρία χρόνια. Την αγαπήσαμε σφοδρά στην αρχή. Αργότερα την κατηγορήσαμε για πολλά - κάποιες φορές αδίκως. Υπήρξαν και στιγμές που τη μισήσαμε κιόλας. Πάντως, τώρα που επήλθε το μοιραίο (παρότι -ας μου συγχωρεθεί η ασέβεια- μας έβγαλε την πίστη ώσπου να τα κακαρώσει...) προσωπικώς στέκομαι απέναντι στο γεγονός με αντικρουόμενα συναισθήματα, στα οποία επικρατεί μάλλον η συγκίνηση, αφού μέσα στη Μεταπολίτευση, που παρέδωσε το πνεύμα χθες νικημένη από τη χρεοκοπία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τώρα ζωής μου.

Τα γεγονότα-ορόσημα που σημαίνουν τη συμβολική αρχή και το συμβολικό τέλος μιας εποχής τα επιλέγουν με τη σοφία της κρίσης τους οι ιστορικοί και τα επιβάλλει ο χρόνος και η αποδοχή των γενεών που ακολουθούν. Ιστορικός δεν είμαι για να διεκδικήσω την αυθεντία της κρίσης μου, αλλά με το προνόμιο της δημοσιογραφικής ελευθεριότητας -νοουμένης ως γενναιοδωρίας κατά την κρίση- η λιτή ανακοίνωση, με την οποία η Προεδρία της Δημοκρατίας ανήγγειλε χθες ότι φέτος δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί η καθιερωμένη δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, θα έλεγα ότι είναι το συμβολικό τέλος της εποχής την οποία βαφτίσαμε με το όνομα του γεγονότος από το οποίο ξεκίνησε: Μεταπολίτευση.

Ως αιτία της ματαίωσης αναφέρεται ότι η δαπάνη θα αποτελούσε πρόκληση εν σχέσει με «την δοκιμασία που περνά ο ελληνικός λαός». Πρόκειται, φυσικά, για εύσχημη δικαιολογία. Διότι πόσο προκλητικό θα ήταν τέλος πάντων το κόστος της πορτοκαλάδας, που θα προσφερόταν στους προσκεκλημένους; Νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος είναι η χρεοκοπία αυτού που συμβόλιζε η γιορτή, η χρεοκοπία της πολιτείας που φτιάξαμε μετά την πτώση της δικτατορίας. Τι να γιορτάσουμε δηλαδή; Οτι για να επιβιώσουμε βασιζόμαστε στην «καλοσύνη των ξένων»; Οτι για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις πρέπει να περικόψουμε το κατ’ εξοχήν δημιούργημα -για να μην πω «τερατούργημα»- της Μεταπολίτευσης, το κράτος; Οτι το βασικό επίτευγμα της οικονομίας μας ήταν η παραγωγή 2.500.000 συνταξιούχων; Οτι ακόμη δεν λέμε να χωνέψουμε πως δεν είναι δυνατόν να ζούμε υπεράνω των οικονομικών δυνατοτήτων μας; Οτι οι μισθωτοί, που ούτως ή άλλως πλήρωναν πάντα φόρους, φέτος θα χρειαστούν σχεδόν έναν χρόνο για να πληρώσουν τους απανωτούς λογαριασμούς της εφορίας; Οτι, στον ιδιωτικό τομέα, σημειώσαμε ρεκόρ με 1.110.000 ανέργους; Οτι το περιλάλητο «δημοκρατικό δικαίωμα» κατάντησε πρόσχημα για να επιβάλλεται ο φασισμός της Αριστεράς και το κράτος να μην τολμά να παρέμβει; (Βλέπε περίπτωση Ελληνικής Χαλυβουργίας. Θυμίζω επίσης και τους νεκρούς της Marfin, που τόσο γρήγορα ξεχάσαμε...) Οτι, σε τελευταία ανάλυση, σχεδόν παντού στην κοινωνία, ο τσαμπουκάς, η ανομία, το «έτσι γουστάρω» εκλαμβάνονται ως εκδηλώσεις δημοκρατικών ελευθεριών;

Ανεπισήμως, ωστόσο, πηγές της Προεδρίας απέδιδαν τη ματαίωση της γιορτής και στο γεγονός ότι θα έπρεπε να προσκληθούν οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Ως επιχείρημα, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απόδειξη της αμηχανίας που προκαλεί το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει η Δημοκρατία μας. Μα, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτούς τους απερίγραπτους, αχαρακτήριστους, ακατονόμαστους ή όπως αλλιώς θέλετε να τους πείτε, τους ψήφισαν 400.000 ψηφοφόροι σε δύο συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις, οι οποίες μόλις έναν μήνα απείχαν η μία από την άλλη. Τόσο κομπλεξική είναι λοιπόν η Δημοκρατίας μας, ώστε να μην ανέχεται στα σεπτά δώματα του μεγάρου της τους μαύρους φασίστες, ενώ ανέχεται τους κόκκινους φασίστες που δηλώνουν ευθαρσώς και υπερηφάνως ότι δεν αναγνωρίζουν το αστικό Σύνταγμα και επιδιώκουν την ανατροπή του; Ιδού ένας λόγος για τον οποίον πολύ φοβάμαι ότι θα τους ψήφιζε και πάλι ένα υπολογίσιμο μέρος του εκλογικού σώματος, αν -ο μη γένοιτο- κάναμε ξανά εκλογές.

Εν πάση περιπτώσει, η Προεδρία όφειλε να χειριστεί τα προσχήματα με τον κατά το δυνατόν κομψότερο τρόπο - και από την πλευρά της έκανε πολύ καλά. Ομως εμείς δεν έχουμε λόγο να κρυβόμαστε από την αλήθεια που όλοι συζητούμε μεταξύ μας στις παρέες: φέτος δεν έχουμε κανένα λόγο να γιορτάσουμε τη Δημοκρατία έτσι όπως την καταντήσαμε. Εχουμε όμως κάθε λόγο για να εργασθούμε με σκοπό να τη στήσουμε ξανά στα πόδια της, ώστε να γίνουμε και πάλι περήφανοι γι’ αυτήν. Το βάρος της ευθύνης πέφτει κυρίως στους τρεις αρχηγούς που σχηματίζουν τη συγκυβέρνηση και στο υπόδειγμα αληθινής ηγεσίας που περιμένει από αυτούς ο κόσμος. Με γνώμονα την κοινή λογική και το δίκαιο, οι αρχηγοί της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Αριστεράς οφείλουν να αγωνιστούν με ειλικρίνεια και αυταπάρνηση για τον συγκερασμό των επιμέρους κομματικών επιδιώξεων στη βάση του κοινού εθνικού συμφέροντος. Εφόσον αποδείξουν με τις πράξεις τους ότι εργάζονται προς τον σκοπό αυτό, εμείς οι υπόλοιποι οφείλουμε να τους στηρίξουμε με τις θυσίες μας, χωρίς κλάψες και μεμψιμοιρία. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι ο μόνος τρόπος αν θέλουμε στο μέλλον να γιορτάσουμε ξανά τη Δημοκρατία.

Συγγραφέας: Στέφανος Κασιμάτης, Πηγή: Καθημερινή, Ημερομηνία δημοσίευσης: 17.07.2012