11.6.12

Υπάρχει, στ’ αλήθεια, αριστερή λύση;



Με ένα εύστοχο άρθρο του στην «Καθημερινή» (27 Μαΐου-σημ: αναρτήθηκε εδώ το πρωί), ο Πάσχος Μανδραβέλης έθεσε ένα ενδιαφέρον ερώτημα, που φαίνεται πως απασχολεί αρκετόν κόσμο στις σημερινές προεκλογικές συνθήκες: «Υπάρχει αριστερή απάντηση στην κρίση;». Προτείνεται, δηλαδή, μια πειστική εναλλακτική λύση, από την πλευρά της Αριστεράς; Ο αρθρογράφος ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα, και ορθά κατά τη γνώμη μου, πως για την έξοδο από την κρίση τέτοιου είδους λύση δεν υπάρχει.

Η προβληματική του συμπυκνώνεται σε κάτι ουσιωδώς απλό και δραματικά αληθινό: δεν μπορεί μια χώρα να ζει διαρκώς με δανεικά, σκορπίζοντας χρήματα σε εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να το αντιληφθεί αυτό. Ας σκεφτούμε ότι μας δίνουν να ξοδέψουμε πέντε χιλιάδες ευρώ, αγοράζοντας προϊόντα από τα καταστήματα ενός κεντρικού δρόμου της πόλης μας. Εχοντας διασχίσει τον δρόμο, ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα πόσα από τα πέντε χιλιάρικα που ξοδέψαμε έμειναν τελικά μέσα στη χώρα; Η απάντηση δεν είναι πολύ δύσκολη: εκτός από τον ΦΠΑ (σε όσα μαγαζιά πήραμε απόδειξη) και το ποσοστό κέρδους του εμπόρου, τίποτε άλλο· σχεδόν το σύνολο των προϊόντων που αγοράσαμε δεν παρασκευάζονται στην Ελλάδα.

Η άμεση ανάγκη, λοιπόν, δεν είναι «να πέσουν λεφτά στην αγορά», όπως τόσο αφελώς (ή εκ του πονηρού) λέγεται διαρκώς, αλλά να διαμορφώσουμε ένα φιλικό, επενδυτικό περιβάλλον, να αναδιοργανώσουμε τον τρόπο που παράγουμε, να βελτιώσουμε τη διοίκηση και να αλλάξουμε νομοθετικό πνεύμα. Οπως είπε ένας φίλος μου οικονομολόγος, ακόμη και αν μας πέταγαν από ψηλά δεσμίδες με ευρώ, ποιος από μας θα τα επένδυε σήμερα; Με το που θα τα μαζεύαμε, θα τα στέλναμε στις ελβετικές τράπεζες στο εξωτερικό.

Πέρα όμως από την απλή οικονομική λογική, η «Αριστερή λύση» συναντά μπροστά της δύο θεμελιώδη πολιτικά και θεσμικά εμπόδια. Το πρώτο σχετίζεται με την εξασθένηση του έθνους–κράτους και την αδυναμία του σε συνθήκες δημοκρατίας και πλουραλισμού να επιβάλλει λύσεις ανεξάρτητες από το διεθνές περιβάλλον.

Σε όλο τον εικοστό αιώνα, για την Αριστερά, είτε στην ολοκληρωτική κομμουνιστική εκδοχή της (που υπήρξε παγκοσμίως κυρίαρχη) είτε στην προοδευτική σοσιαλδημοκρατική πτυχή της, το κράτος αντιμετωπίστηκε ως το βασικό, αν όχι μοναδικό, εργαλείο για την επιβολή δημόσιων πολιτικών. Το κράτος, βέβαια, αποτελούσε στη σκέψη των θεωρητικών του μαρξισμού το όργανο καταπίεσης μιας τάξης πάνω στις άλλες. Δεν είχε μέλημά του ούτε την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων ούτε τη διαφύλαξη της ατομικής ελευθερίας, γιατί, κατ’ ουσίαν, τίποτε από τα δύο δεν αποδεχόταν.

Ο στόχος της κοινωνικής ισότητας πιστευόταν πως μπορούσε να επιτευχθεί είτε με την πλήρη κρατικοποίηση της οικονομίας και την, ως εκ τούτου, εξάλειψη της αγοράς (σοβιετικός ολοκληρωτισμός) είτε με τον έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και την κυριαρχική, αλλά όχι μονοπωλιακή, παρουσία του κράτους στην οικονομία (σοσιαλδημοκρατία). Στη δεύτερη περίπτωση, βέβαια, αυτή της σοσιαλδημοκρατίας, η στόχευση δεν ήταν η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων αλλά η οικοδόμηση ισχυρών και συγκεντρωτικού χαρακτήρα αναδιανεμητικών πολιτικών, ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις.

Η παγκοσμιοποίηση και η, συνεπακόλουθη, εξασθένηση των συνόρων στέρησαν την Αριστερά από τη δυνατότητα χρησιμοποίησης ενός τέτοιου εργαλείου. Στην Ευρωζώνη, μάλιστα, το κράτος δεν μπορεί ούτε καν να τυπώσει χαρτονομίσματα. Ουσιαστικά, σήμερα, κανένα ανεπτυγμένο κράτος δεν μπορεί να ασκήσει εθνική δημόσια πολιτική ανεξάρτητα από τις διεθνείς διαδικασίες, συμβάσεις και κανόνες. Το πικρό αυτό μάθημα, έλαβαν πρώτα τα κυβερνητικά ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα.

Το δεύτερο εμπόδιο στην «Αριστερή λύση» σχετίζεται με την ιδεολογική κυριαρχία της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως κοινού παρονομαστή διαχείρισης των πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων και διαφορών στον ανεπτυγμένο κόσμο. Μέχρι στιγμής, η Αριστερά δεν έχει βρει ένα εναλλακτικό εργαλείο υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πέρα από το αυταρχικό μονοκομματικό μοντέλο. Γι’ αυτό, άθλια κράτη όπως η Βόρεια Κορέα ή η Κούβα συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται από την Αριστερά με μεγάλη συμπάθεια ή έστω με φιλική ουδετερότητα.

Εντέλει, η Αριστερά βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα: ή θα αποδεχτεί την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τον φιλελεύθερο πλουραλισμό ως μοναδικό και αναντικατάστατο πλαίσιο πολιτικής λειτουργίας είτε θα πρέπει με σαφήνεια να δηλώσει πως επιθυμεί τη μετάβαση στον πολιτικό αυταρχισμό και τη μονοκομματική δικτατορία.

Αν και η δεύτερη λύση μοιάζει ανεπιθύμητη για αρκετούς μέσα στο αριστερό στρατόπεδο, γνωρίζουν εντούτοις πως η πρώτη επιλογή τούς αφυδατώνει και τους ακρωτηριάζει ιδεολογικά. Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας: πουθενά στον κόσμο, καμιά Αριστερά δεν μπόρεσε να επιβάλει το μοντέλο της χωρίς να διαθέτει το μονοπώλιο της βίας. Καμιά αριστερή λύση δεν μπορεί να επιβληθεί και να διατηρηθεί σε διάρκεια, εάν δεν διαθέτει την ισχύ να επιβάλει τη θέλησή της διά της βίας. Στην αντίθετη περίπτωση, η Αριστερά υποχρεώνεται σε συμβιβασμό με τους αντιπάλους της και με την αγορά, και αφομοιώνεται από το Κοινοβούλιο και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Γίνεται συμβιβασμένη και ήσυχη σαν γατάκι, ενίοτε μάλιστα και διεφθαρμένη.

Συγγραφέας: Νίκος Μαραντζίδης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Πηγή: Καθημερινή της Κυριακής