23.3.12

Τα «σπασμένα παράθυρα» της Αθήνας



Συνέβη προ μερικών εβδομάδων: δύο ξένοι (το πιθανότερο, λαθρομετανάστες) σπρώχνουν ένα καρότσι (το πιθανότερο, κλεμμένο από σούπερ μάρκετ) φορτωμένο με σιδηρικά (διόλου απίθανο, επίσης, ένα μέρος του φορτίου να ήταν και αυτό κλεμμένο). Το σπρώχνουν, επάνω στο οδόστρωμα, αντίθετα προς το ρεύμα της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων. Ανεβαίνουν την Ηρώδου Αττικού, τον καλύτερα φυλασσόμενο δρόμο της πρωτεύουσας. Περνούν μπροστά από το Προεδρικό Μέγαρο, έπειτα από το Μαξίμου και συνεχίζουν, ανενόχλητοι από το πλήθος των διάσπαρτων καθ' όλο το μήκος και των δύο πεζοδρομίων αστυνομικών, ένστολων ή με πολιτικά. Γραφικότητα της πολύχρωμης, πολυπολιτισμικής Αθήνας; Κάθε άλλο. Μάλλον ένδειξη παρακμής - η δε αδιαφορία των αστυνομικών προάγγελος χειρότερων που πρόκειται να ακολουθήσουν.

Δεν το λέω στην τύχη, διότι λίγες ημέρες αργότερα, προ δεκαπενθημέρου, μόλις τρία τετράγωνα παραπέρα συνέβη το εξής (αδιανόητο θα το λέγαμε κάποτε - όχι πλέον): ένας συνταξιούχος του υπουργείου Εξωτερικών, πρόσωπο το οποίο τίμησε όσο λίγοι την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού, κάνει βόλτα στο Ωδείο, Ρηγίλλης και Β. Γεωργίου Β΄, με την κόρη του και τον σκύλο τους. Ξαφνικά δέχεται την επίθεση ενός άστεγου (μετανάστη από χώρα της ανατολικής Ευρώπης), ο οποίος τον γρονθοκοπά με μανία στο κεφάλι, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να μεταφερθεί κατευθείαν στο χειρουργείο με σοβαρότατα τραύματα στο πρόσωπο. «Το ξέραμε ότι ήταν τρελός, το είχε ξανακάνει», είπαν σε πρόσωπο οικείο του θύματος οι αστυνομικοί για τον δράστη, αφού τον είχαν συλλάβει. «Καλά και γιατί δεν είχατε κάνει κάτι;», ήλθε το εύλογο ερώτημα. «Γιατί οι προηγούμενοι που είχαν δεχθεί επίθεση δεν υπέβαλαν μήνυση», ήταν η -φαντάζομαι- αμήχανη απάντηση των «οργάνων της τάξεως», όπως λέγονταν κάποτε οι αστυνομικοί.

Αμφιβάλλω αν, εκτός από την Αθήνα, υπάρχει στον ανεπτυγμένο κόσμο άλλη πρωτεύουσα, στην οποία να ταιριάζει περισσότερο η προσέγγιση του μακαρίτη James Q. Wilson στο περίφημο άρθρο του 1982 «Σπασμένα παράθυρα», εφόσον κάποιος ενδιαφέρεται να καταλάβει τις αιτίες της βαθμιαίας παράδοσης της πόλης στην αθλιότητα. «Ο σύνδεσμος ανάμεσα στην τήρηση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, τόσο εμφανής στις παλαιότερες γενιές, είχε ξεχαστεί», γράφει ο Wilson στο εν λόγω άρθρο και συνεχίζει: «Ο κρίκος αυτός είναι παρόμοιος με τη διαδικασία διά της οποίας το ένα σπασμένο παράθυρο γίνεται πολλά σπασμένα παράθυρα. Ο πολίτης που φοβάται τον δύσοσμο μεθυσμένο, τον θορυβοποιό έφηβο, ή τον ενοχλητικό επαίτη δεν εκφράζει απλώς την απαρέσκειά του προς την αναξιοπρεπή συμπεριφορά, εκφράζει επίσης ένα ψήγμα της λαϊκής σοφίας, που συμβαίνει να αποτελεί μια ορθή γενίκευση: ότι, δηλαδή, η σοβαρή εγκληματικότητα του δρόμου ανθεί σε περιοχές όπου η αταξία της συμπεριφοράς υφίσταται ανεξέλεγκτη. Ο ζητιάνος τον οποίον κανείς δεν ελέγχει είναι, στην πραγματικότητα, το πρώτο σπασμένο παράθυρο. Ληστές και λωποδύτες, επαγγελματίες ή εκ περιστάσεως, πιστεύουν ότι ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να συλληφθούν ή να εντοπισθούν, εφόσον δρουν σε δρόμους όπου τα υποψήφια θύματα ζουν υπό τον εκφοβισμό των γενικών συνθηκών».

Για την κατάσταση στην Αθήνα, οπωσδήποτε έχουν τον ρόλο τους ένα σωρό παράγοντες, από την οικονομική κρίση ώς την συσσώρευση λαθρομεταναστών, ο καταλυτικός όμως για την επιταχυνόμενη εξαθλίωση των συνθηκών είναι η πλήρης αδιαφορία της Αστυνομίας για την τήρηση της τάξης. Αξιέπαινες οι καμπάνιες για την αναζωογόνηση του κέντρου, θεάρεστες οι πρωτοβουλίες κοινωφελών ιδρυμάτων για την αισθητική αναβάθμισή του, αλλά εφόσον η Αστυνομία δεν βρει τον τρόπο να αναλάβει και πάλι τον παραδοσιακό ρόλο της στην τήρηση της τάξης ας μην χάνουμε τον χρόνο μας...

Συγγραφέας: Στέφανος Κασιμάτης, Πηγή: Καθημερινή