24.2.12

Γιατί αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας;



Πολύ μελάνι έχει χυθεί για την αδυναμία υλοποίησης μεταρρυθμίσεων στη χώρα μας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται διεθνώς ως μια μοναδική περίπτωση αποτυχίας προώθησης τέτοιων αλλαγών.

Εντούτοις, δεν είναι όλες οι μεταρρυθμίσεις που αποτυγχάνουν στη χώρα μας. Είναι κυρίως αυτές που κινούνται προς φιλελεύθερη κατεύθυνση, επιδιώκοντας να περιορίσουν την ανάμειξη του κράτους στον χώρο της οικονομίας και να ενισχύσουν την ατομική ευθύνη των πολιτών απελευθερώνοντάς τους από τον κρατικό πατερναλισμό και τον συντεχνιακό εναγκαλισμό.

Αποτυγχάνουν, λοιπόν, οι φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και όχι απαραίτητα εκείνες με συγκεντρωτική και κρατικιστική φιλοσοφία. Για παράδειγμα, εφαρμόστηκε με επιτυχία ο θεσμός του ΑΣΕΠ, που θεωρήθηκε εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση. Και όμως, πρόκειται για έναν συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και ακριβό θεσμό, που αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ισόβιους μαθητές–παπαγάλους εγχειριδίων. Προσλαμβάνονται πράγματι οι κατάλληλοι ή μήπως όσοι απομνημονεύουν καλύτερα; Μήπως αυτός ο μηχανισμός τροφοδοτεί απλώς την κοινωνία με την ψευδαίσθηση της αξιοκρατίας;

Φυσικά, άλλο πράγμα είναι η αξιοκρατική επιλογή και άλλο μια απλώς αδιάβλητη διαδικασία. Και η κλήρωση μπορεί να είναι αδιάβλητη, αλλά κανείς δεν σκέφτεται να την υιοθετήσει ως μηχανισμό προσλήψεων. Ομως, η μεταρρύθμιση αυτή πέτυχε. Η κοινωνία αγκάλιασε ένα θεσμό που ενίσχυσε μια βαθιά εδραιωμένη στη χώρα μας αυταρχική και πατερναλιστική νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία μόνο το (κατάπτυστο κατά τ’ άλλα) κράτος με κεντρικά σχεδιασμένες διαδικασίες μπορεί να αποτελεί τον αδέκαστο κριτή.

Η δυστοκία στην προώθηση φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων οφείλεται σε ένα σύνολο παραγόντων:

1. Το έλλειμμα φιλελεύθερων αξιών. Στις κρίσιμες στιγμές της πολιτικής μετάβασης που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της χώρας, ο φιλελευθερισμός βγήκε και τις δύο φορές ηττημένος: τόσο το 1944, όταν ο Εμφύλιος είχε ως αποτέλεσμα την ηγεμονία να αποκτήσει μια αυταρχική και φοβική «εθνικοφροσύνη», όσο και αργότερα, στη μεταπολίτευση, όταν ηγεμόνευσε ο κρατικοδίαιτος εξισωτισμός αυταρχικής ιδιοσυστασίας και αυτός. Η φιλελεύθερη δημοκρατία εκτιμήθηκε στη χώρα μας μόνο ως πηγή που αναβλύζει δολάρια και ευρώ, καθώς για πολλούς, το ζήτημα δεν ήταν πώς θα βελτιώναμε τον κοινοβουλευτισμό μας, αλλά από ποια πόρτα θα εξερχόμασταν απ’ αυτόν. Βασικές φιλελεύθερες αξίες, όπως ο ορθολογισμός, η ατομική ευθύνη και η ανεκτικότητα, βρίσκονται στη χώρα μας σε επικίνδυνη ανεπάρκεια.

2. Ελλειμμα φιλελεύθερων συμπεριφορών. Στην ελληνική κοινωνία κυριαρχεί η καχυποψία. Οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον αν δεν γνωρίζονται ή δεν έχουν κοινούς γνωστούς (ως εγγυητές). Φοβούνται πως οι άλλοι που βρίσκονται πέρα από τα όρια της συγγένειας ή της εντοπιότητας, θα τους αδικήσουν ή δεν θα εκτιμήσουν τα προσόντα τους. Το έλλειμμα αυτό εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών οδηγεί συνεχώς στην αναζήτηση «του γνωστού» και του «μέσου». Μέσα σε αυτήν την κατάσταση πολλοί πολίτες έχουν εξιδανικεύσει το ιδεότυπο (μύθο) του κράτους–προστάτη. Αναζητούν διαρκώς αυτό το κράτος–προστάτη σε όλες τις συναλλαγές τους.

3. Το πανοπτικό Σύνταγμα. Το νομικό πλαίσιο της χώρας και ιδιαίτερα το Σύνταγμα έχει καταντήσει το καταφύγιο των εχθρών των μεταρρυθμίσεων. Η προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας από διαδικασία υπεράσπισης του πολίτη απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία έχει εξελιχθεί στο αποτελεσματικότερο εργαλείο κάθε ομάδας συμφερόντων που επιδιώκει να μην αλλάξει τίποτε. Δυστυχώς, το Σύνταγμά μας, με τις προβλέψεις του για κάθε ζήτημα σχεδόν, μοιάζει περισσότερο με πανοπτικό μηχανισμό ελέγχου της κοινωνίας παρά με πλαίσιο εγγύησης ατομικών δικαιωμάτων.

4. Επιπόλαιοι μεταρρυθμιστικοί σχεδιασμοί. Η αντίδραση της κοινωνίας απέναντι στις μεταρρυθμίσεις πηγάζει αρκετές φορές από πικρές εμπειρίες. Συχνά, οι αλλαγές αποφασίζονται, από την πολιτική ηγεσία, πρόχειρα και επιπόλαια – ενδεχομένως με ταπεινά κίνητρα. Οποιος έχει βρεθεί σε θέσεις διοικητικής ευθύνης, αισθάνεται απελπισία, από το χάος που προκαλούν τέτοιες πρόχειρα σχεδιασμένες αλλαγές. Οι πολιτικοί που επικαλούνται την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων υποσκάπτουν, συνεπώς, τις ορθές ιδέες εξαιτίας της αδυναμίας τους να είναι ρεαλιστικοί και αποτελεσματικοί.

5. Η πελατειακή δομή και η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης. Η πόλωση, αλλά συχνότερα οι χυδαίες εκλογικές ανάγκες, έχουν υπονομεύσει δραματικά τη δυνατότητα να προχωρήσουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Θυμόμαστε τον Γ. Παπανδρέου πριν από τις εκλογές του 2009 να μην έχει αφήσει ΔΕΚΟ στην οποία να μην υποσχεθεί ανάσχεση κάθε πιθανής ιδιωτικοποίησης. Το πολιτικό μας σύστημα μέχρι σήμερα πολέμησε κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης ουσιαστικών συναινέσεων.

6. Το συντεχνιακό κράτος. Εχει κυριαρχήσει σε όλους τους τομείς ένα δαιδαλώδες πλέγμα ρυθμίσεων που λειτουργεί «ψευδο»–προστατευτικά για κάθε επαγγελματική ομάδα, κάθε κλάδο. Κάθε θεσμική ομάδα αντιλαμβάνεται τον ρόλο της, όχι μέσα στο πλαίσιο της ανοικτής κοινωνίας, αλλά υπό το πρίσμα ενός πολύπλοκου, και σκοτεινού συχνά, δικτύου περιοριστικών ρυθμίσεων.

Τελικά, είναι τόσο αστείο να ακούς τους διάφορους συνδικαλιστές της Αριστεράς (και όχι μόνο) να λένε πως η τρόικα θα μας οδηγήσει στον μεσαίωνα. Στον μεσαίωνα του συντεχνιακού κρατισμού είμαστε πολλές δεκαετίες τώρα. Ζούμε στο κράτος όπου η έννοια της ελευθερίας και της ατομικής προόδου μέσω της σκληρής εργασίας αντιμετωπίζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία ως μεγάλη αμαρτία, που επιβάλλει μετάνοια.

Συγγραφέας: Νίκος Mαραντζίδης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Πηγή: Καθημερινή