28.1.12

Αλβανία, Σκόπια ή Μποτσουάνα: Διαλέξτε...



[Άρθρο του Γιώργου Κράλογλου. Πηγή:www.capital.gr]

Το κατρακύλισμα της Ελλάδας στην 90η θέση ανταγωνιστικότητας σε 142 χώρες του πλανήτη, κάτω από την Ρουμανία και μαζί με την Μποτσουάνα, την Αλβανία και τα Σκόπια, σαφώς και δεν είναι συνέπεια του εργασιακού κόστους της εθνικής παραγωγής. Είναι αποτέλεσμα της τριτοκοσμικής σοσιαλιστικής αντίληψης κυβερνήσεων και κομμάτων για τον «εχθρικό» ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην οικονομία.

Η τριτοκοσμική σοσιαλιστική αντίληψη που έθρεψε ομάδες συντεχνιών και κομματικού στρατού περιφρούρησης των συμφερόντων του κράτους και των πελατών κρατικών υπαλλήλων.

Η αντίληψη που αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της ιδεολογίας και της συμπεριφοράς κομμάτων, κυβερνήσεων και πολιτικών για να συντηρηθεί το αριστερό κλίμα και το αντίστοιχο περιβάλλον στην χώρα, εξασφαλίζοντας έτσι το αναγκαίο τείχος προστασίας του πολιτικού κόστους όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών.

Αυτό πληρώνουμε σήμερα ως χώρα που κατέχει την τελευταία θέση ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης και μια ασήμαντη θέση στην παγκόσμια οικονομική κοινότητα, χωρίς να έχει την ελάχιστη προοπτική να ανέβει έστω και λίγες βαθμίδες στην κατάταξη Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που κάνει τις μετρήσεις κάθε χρόνο.

Το όλο θέμα αποκτά για ακόμη μια φορά επικαιρότητα και σημασία, επειδή με μια προκλητική πολιτική καπηλεία κυβερνητικοί παράγοντες και βουλευτές συνδέουν και δικαιολογούν τον νέο κύκλο περικοπών μισθών, συντάξεων, δώρων και επιδομάτων με την ανάγκη αναβάθμισης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της χώρας.

Κανείς ασφαλώς δεν μπορεί να αρνηθεί την σύνδεση της ανταγωνιστικότητας και με το εργασιακό κόστος.

Κανείς δεν αρνείται ακόμη ότι το χαμηλό μεροκάματο μπορεί να διευκολύνει τον ανταγωνισμό, εντός της χώρας μειώνοντας τις εισαγωγές και, εκτός της χώρας, με αύξηση των εξαγωγών.

Το ερώτημα όμως είναι γιατί να ξεκινήσουμε από αυτόν τον τομέα για βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητά μας.

Μήπως γιατί είναι ο γνωστός εύκολος δρόμος ή μήπως γιατί έτσι μπορούμε να «κουκουλώσουμε» την πλήρη απραξία μας στην μείωση του κρατικού τομέα και των κρατικών υπαλλήλων, μιας και πάμε και σε εκλογές…

Γιατί λοιπόν δεν βαδίζουμε με αφετηρία τον απλό και φυσιολογικό δρόμο; Τον ανασχεδιασμό της οικονομίας και την χάραξη ορίζοντα και οράματος για την ανάπτυξή μας;

Τί νομίζουμε ότι θα συμβεί αν φθάσουμε στα μεροκάματα της Βουλγαρίας ή της Μποτσουάνα; Ότι αυτόματα ο πλανήτης θα δεχθεί «επίθεση» ελληνικών προϊόντων όπως δέχθηκε την «επίθεση» των κινέζικων;

Δεν θα σταθώ άλλο στο σημείο αυτό, γιατί παρόμοια επιχειρηματολογία έχει αναπτυχθεί και ίσως να έχει εξαντληθεί.

Θα σταθώ όμως σε μια πραγματικότητα που η σύγχυση της οικονομικής κρίσης την έχει κρύψει μάλλον επιμελώς...

Ότι η Ελλάδα δεν έχει σχεδόν καμία επιχειρηματική αντοχή και κανένα επιχειρηματικό κουράγιο να ξεκινήσει μια «επίθεση» ακόμη και στις αγορές του φυσικού της οικονομικού περιβάλλοντος (Μέση Ανατολή, Ανατολική Ευρώπη και κεντρική Ευρώπη), έστω και αν «μηδενισθεί» το εργασιακό κόστος.

Αυτή την στιγμή είναι σε φάση ένταξης στην κατηγορία των προβληματικών και μη βιώσιμων επιχειρήσεων της παραγωγής περισσότερες από 500 μονάδες που αποτελούν στοιχείο μεγάλου πονοκέφαλου για τις Τράπεζες.

Ποιος εγκέφαλος λοιπόν μπορεί να πιστέψει ότι οι μονάδες αυτές που έχουν πρόβλημα επιβίωσης μπορούν να αποτελέσουν «στρατό επίθεσης» στην Ευρώπη και στις αγορές που καλά κρατούν ακόμη οι Κινέζοι και οι Ινδοί;

Από την άλλη πλευρά, μέσα στο 2012 θα αποχωρήσουν από την Ελλάδα και οι τελευταίοι πολυεθνικοί όμιλοι (ακόμη και εμπορικοί), ενώ δεν πρόκειται να επενδύσουν κεφάλαια άλλοι όμιλοι που αναζητούν ευκαιρίες, καθώς η Ελλάδα δεν προσφέρει κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Άλλωστε η μετανάστευση ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Βουλγαρία, την Τουρκία και την Αλβανία δεν έχει περάσει καθόλου απαρατήρητη στους ξένους κεφαλαιούχους.

Ποιος λοιπόν θα αξιοποιήσει το πλεονέκτημα των χαμηλών μισθών και μεροκάματων, που αποτελούν ήδη βραδυφλεγή βόμβα για την αγορά, και την όποια προσπάθεια ανακοπής της ύφεσης;

Εκτός εάν οι «οραματιστές» της βελτιωμένης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας στηρίζουν τις ελπίδες τους στα κυκλώματα μαφίας που καλά κρατούν στην αγορά ή στους απατεώνες επενδυτές που μαζεύονται μόνο για χατιρικές εκποιήσεις κρατικών ή Τραπεζικών επιχειρηματικών κουφαριών...

Ασφαλώς και όλα αυτά δεν σημαίνουν και δεν μπορεί να σημαίνουν ότι πρέπει να παραγνωρισθεί ο παράγοντας εργασιακό κόστος.

Αλλά ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθόλου σημαντικότερος από τον παράγοντα του ενεργειακού κόστος, που παραμένει υψηλός λόγω της τριτοκοσμικής αντίληψης που έχουν επιβάλει συντεχνίες και κόμματα στο μονοπώλιο ενέργειας.

Από τον παράγοντα των φορολογικών και γραφειοκρατικών αντικινήτρων που δυναμιτίζουν κάθε σκέψη για επένδυση.

Από τον παράγοντα του κόστους καυσίμων και μεταφορικών που είναι αποτέλεσμα προστασίας των κυκλωμάτων λαθρεμπορίου καυσίμων και των συντεχνιών στις μεταφορές.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τον σχεδιασμό του αναπτυξιακού οράματος με τομές στα δύσκολα, που είναι τα αντικίνητρα και τα τιμολόγια των κρατικών μονοπωλίων.

Ας επεκταθούμε στα φορολογικά αντικίνητρα.

Και αν δούμε «φως» στο σημερινό μαύρο τούνελ των επενδύσεων, να συμπληρώσουμε την προσπάθεια και με τις περικοπές στο εργασιακό.

Μέχρι τότε, όμως, θα έχουμε το κέρδος συγκράτησης της ύφεσης, αφού η αγορά θα μπορεί να τροφοδοτείται έστω και με τις σημερινές αμοιβές.