25.1.12

Τίνος κρίση;



[άρθρο του Στάθη Ν. Καλύβα, από την Καθημερινή της Κυριακής 22.01.2012]

Θα ήταν περίεργο αν οι απόπειρες ερμηνείας της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη δεν γνώριζαν τέτοια άνθηση.

Προς το παρόν όμως, εκείνο που προκύπτει είναι μια κακοφωνία. Στο ένα άκρο συναντάμε ερμηνείες που κάνουν λόγο για γενικευμένη κρίση του καπιταλισμού, του νεοφιλελευθερισμού ή της Δύσης, κάτι αντίστοιχο της κρίσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989. Στο αντίθετο άκρο, θα βρούμε όσους συζητούν πολύ πιο εξειδικευμένα θέματα, όπως η θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης. Την ίδια διάσταση θα συναντήσουμε και στην ελληνική συζήτηση. Για τους μεν, η Ελλάδα δεν είναι παρά το καναρίνι στο ορυχείο του καπιταλισμού και άρα η αναφορά στα ελληνικά δεδομένα είναι δείγμα επαρχιωτισμού. Για τους δε, η κρίση αφορά πρωτίστως το ελληνικό πολιτικό και οικονομικό μοντέλο. Τελικά, πού βρίσκεται η αλήθεια;

Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν, για τρεις τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι πως συχνά το ερώτημα τίθεται με λάθος τρόπο. Πράγματι, πολλές ερμηνείες είναι συμπληρωματικές: η ελληνική κρίση, π.χ., έχει συγχρόνως διεθνή και τοπικά αίτια. Ο δεύτερος λόγος είναι πως αυτό που αποκαλούμε «κρίση» είναι σύνθετο φαινόμενο, πράγμα που δυσκολεύει ιδιαίτερα τη διάκριση ανάμεσα στα ουσιαστικά και τα επουσιώδη. Ο τρίτος, τέλος, είναι πως οι κρίσεις είναι ρευστά φαινόμενα, με την ερμηνεία τους να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την έκβασή τους. Για τους λόγους αυτούς η αναζήτηση ερμηνειών δεν μπορεί παρά να είναι άσκηση επισφαλής και προσωρινή. Αυτό σημαίνει πως η ποιότητα μιας ερμηνείας είναι συνήθως συνάρτηση του τρόπου με τον οποίο εκφέρεται. Οσο πιο απόλυτη και μεγαλόσχημη εμφανίζεται (π.χ. «ζούμε το τέλος της δυτικής ευημερίας», όπως λέχθηκε πρόσφατα) τόσο πιο άστοχη είναι. Αντίθετα, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να διακόψουμε την αναζήτηση.

Η απλή λογική μάς επιτρέπει να απορρίψουμε κάποιες ερμηνείες, όπως εκείνη που κάνει λόγο για συστημική κρίση του καπιταλισμού, αφού δεν είναι συμβατή με τον τεράστιο δυναμισμό που εμφανίζει στην Ασία. Ο καπιταλισμός είναι το εργαλείο με το οποίο οι δύο πιο πολυάριθμες χώρες του πλανήτη επιχειρούν αυτή τη στιγμή την έξοδό τους από την υπανάπτυξη, κάτι που δύσκολα είναι συμβατό και με τις ερμηνείες περί κρίσης του «νεοφιλελευθερισμού», αν με τον όρο αυτό νοείται η πρωτοκαθεδρία της αγοράς ως μεθόδου αποτελεσματικής οργάνωσης των ατομικών κινήτρων και επίτευξης της οικονομικής ανάπτυξης. Και πώς είναι δυνατόν, τέλος, να μιλάμε για κρίση της Δύσης, τη στιγμή που η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει έναν τεράστιο δυναμισμό και να πρωτοπορεί στην τεχνολογική καινοτομία, ή για παρακμή της Ευρώπης, τη στιγμή που η Γερμανία πρωταγωνιστεί στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό; Δυστυχώς τείνουμε να συγχέουμε απόλυτα και σχετικά μεγέθη, να θεωρούμε πως η άνοδος της Ασίας ισοδυναμεί με την πτώση της Δύσης, και να ισχυριζόμαστε πως τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Κίνας ισοδυναμούν με ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης και όχι με μια φάση της ανάπτυξής τους. Ας θυμηθούμε πως ο πολιτικός αυταρχισμός αποδείχθηκε προσωρινό χαρακτηριστικό στην Ταϊβάν ή τη Νότια Κορέα και όχι συστατικό στοιχείο κάποιου νέου μοντέλου.

Αν δεν είναι κρίση του καπιταλισμού ή της Δύσης, τότε τι είναι η ευρωπαϊκή κρίση; Ανάμεσα στα άλλα, είναι και κρίση «της κάλπικης σοσιαλδημοκρατίας», όπως θα μπορούσε να περιγραφεί η πολιτική οικονομία του ευρωπαϊκού Νότου. Η «αυθεντική» σοσιαλδημοκρατία του Βορρά βασίστηκε στην αντίληψη πως η αναδιανομή του πλούτου προϋπέθετε μια δυναμική και εξωστρεφή καπιταλιστική οικονομία. Το κλειδί υπήρξε η συνεχής ισορρόπηση ανάμεσα στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τη διατήρηση της αναδιανομής, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο διαμέσου μιας εξελιγμένης πολιτικής οργάνωσης, αφού απαιτεί από τις επιχειρήσεις να αυξάνουν τους μισθούς σε περιόδους παχιών αγελάδων και τους εργαζομένους να αποδέχονται μειώσεις όταν τα πράγματα στενεύουν. Τη λύση στην προκειμένη περίπτωση έδωσε ένα σύστημα που η πολιτική επιστήμη ονόμασε «κορπορατισμό» και βασίζεται στη συνεχή διαπραγμάτευση κράτους, επιχειρηματιών και συνδικάτων. Αντίθετα, η κάλπικη σοσιαλδημοκρατία του Νότου οργάνωσε την αναδιανομή ερήμην της οικονομίας, υπονομεύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των χωρών αυτών. Αν εξετάσει κανείς τα προβλήματα της Γαλλίας ή της Ιταλίας, θα αναγνωρίσει σε λιγότερο έντονη μορφή πολλά από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού προβλήματος: υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, κομματικά διαβρωμένο ή και αναποτελεσματικό κράτος, σοβαρές παραμορφώσεις στην οικονομία, περιορισμένης αντιπροσωπευτικότητας συνδικαλισμός – ασπίδα προστασίας μιας κάστας προνομιούχων που υποβαθμίζει τις συνθήκες εργασίας των εκτός συστήματος κ.λπ.

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί πως το σύστημα της κάλπικης σοσιαλδημοκρατίας έφθασε στο τέρμα του. Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου καλούνται να αλλάξουν ρότα αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητά τους. Οσες αποτύχουν θα γνωρίσουν σημαντική πτώση του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς αυτό θα προσαρμοστεί στην πραγματική απόδοση της οικονομίας τους. Σαφώς και δεν πρόκειται για εύκολη αλλαγή. Σε κάποιες χώρες θα είναι πιο δύσκολη και στην Ελλάδα ίσως η δυσκολότερη. Ας αντιληφθούμε όμως επιτέλους πως η αλλαγή αυτή είναι μονόδρομος. Εκεί, και μόνο εκεί, θα πρέπει να επικεντρωθεί όλη μας η ενέργεια, αν βέβαια μας ενδιαφέρει να τα καταφέρουμε.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.