14.1.12

Η χαμένη ανταγωνιστικότητα



Συζητούσα προχθές με έναν παλιό φίλο και νυν συνεργάτη, όταν η κουβέντα το έφερε να «πιάσουμε» στο στόμα μας τον δημοσιο τομέα, την κακοδαιμονία του αλλά και τις αρνητικές επιδράσεις που πλέον έχει στον ιδιωτικό τομέα, στην επιχειρηματικότητα. Του θύμησα ένα απλό πράγμα, ότι πρακτικά για κάθε τι που κάνουμε σε μια ιδιωτική επιχείρηση χρειάζεται κάποιο πιστοποιητικό, κάποια δήλωση, κάποια βαβαίωση, κάποια επικύρωση, κάποια άδεια, ένας φάυλος κύκλος γραφειοκρατίας που δημιουργείται από μια πολυνομία με δαιδαλώδεις διατάξεις και πολλαπλές ερμηνείες που εγκαθιδρύει ο δημόσιος τομέας δια των νομοθετών πατρόνων του με αποκλειστικό σκοπό να διατηρεί την παρουσία του και να αυξάνει το (ψηφοθηρικό) μέγεθος του. Πολυνομία που τελικά οδηγεί σε αργή απονομή δικαιοσύνης, τελικά θέλει και ιδιαίτερο κόπο και χρόνο για να μπορέσει κάποιος δικαστής να κατανοήσει επακριβώς σε ποιά παράγραφο ποιού άρθρου ποιού νόμου εμπίπτει η ειδική περίπτωση μας και -σίγουρα- το δυσνόητον της όποιας απόφασης επιτάσσει και προσφυγή στον επόμενο βαθμό, και τελικά προκαλεί αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης που τελεσιδικεί και τεράστιο κόστος χωρίς κανένα νόημα... «Θα πάρει πολύ χρόνο για να αλλάξει το κλίμα και η διαδρομη θα ειναι εξαιρετικά επιπονη» συμφωνήσαμε, «πηρε κοντά 30 χρονια για να διαλυθει η επιχειρηματικοτητα στην Ελλαδα, χρειάζονται τουλάχιστον αλλα τοσα για να ξαναφτιαχτεί». Τώρα, ξαναδιαβάστε προσεκτικά τις παρακάτω σκέψεις μου, θα σας φανούν εξαιρετικά χρήσιμες όταν ολοκληρώσετε το διάβασμα του άρθρου του Πάσχου Μανδραβέλη από την Καθημερινή της 13.01.2012 που ακολουθεί.

Η ανταγωνιστικότητα είναι πολύ μεγάλο κι εξαιρετικά πολύπλοκο πράγμα. Για να μας κατατάξει στην 90ή θέση, από τις 142 χώρες που μετρά το World Economic Forum υπολογίζει 113 παραμέτρους· από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, μέχρι τις υποδομές και τον αριθμό των συνδέσεων Ιnternet υψηλής ταχύτητας σε κάθε χώρα. Ενα πράγμα δεν υπάρχει στον κατάλογο των παραμέτρων· το ύψος των μισθών του εργατικού δυναμικού της χώρας. Λογικό, διότι αυτό που μετράει είναι η διαφορά. Ενας επιχειρηματίας δεν νοιάζεται πόσα δίνει, αλλά πόσα του μένουν στο τέλος. Στο Μπανγκλαντές μπορεί να δίνει πέντε δολάρια ημερομίσθιο, αλλά λόγω της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς, της πολιτικής ρευστότητας δεν ξέρει αν θα πάρει δέκα σεντς πίσω· αν τα πάρει κι αυτά, γιατί λόγω εγκληματικότητας μπορεί να τα κληρονομήσουν άλλοι.

Στη Γερμανία μπορεί να δίνει 100 δολάρια ημερομίσθιο, αλλά να υπολογίζει ότι θα πάρει πέντε πίσω, ακόμη κι αν έχει 45% ανώτατο φορολογικό συντελεστή εισοδήματος. Ξέρει επίσης ότι το ρίσκο του έχει να κάνει με την αγορά και τις επιλογές του και όχι με το πώς θα ξυπνήσει ο εκάστοτε υπουργός Οικονομικών για να παίξει με τα φορολογικά. Ξέρει, επίσης, ότι αν τα πράγματα πάνε στραβά θα χάσει λεφτά, αλλά αν θέλει να συρρικνώσει τη δραστηριότητά του μπορεί να μειώσει το προσωπικό και το κράτος θα φροντίσει για τους ανέργους. Γνωρίζει επίσης ότι ο ανταγωνισμός γίνεται με την τιμή και την ποιότητα των προϊόντων και όχι διά των υποχρεωτικών συνεταιρισμών με επιχειρηματικές μαφίες που «ξέρουν» τις «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής αγοράς. Ξέρει ότι αν προσφύγει στη Δικαιοσύνη θα βρει το δίκιο του γρήγορα.

Γνωρίζει ότι με το που θα βάλει τα λεφτά του στη χώρα, δεν θα τον περιμένουν ορδές συντεχνιών για να του αρπάζουν λίγα λίγα επειδή οι νόμοι προϋποθέτουν ότι ακόμη και για να βήξεις χρειάζεται πιστοποιητικό, δηλαδή ένα σφραγισμένο χαρτί, που στην πραγματικότητα δεν πιστοποιεί τίποτε, παρά μόνο ότι έδωσες τον οβολό σου σε ένα μέλος της συντεχνίας. Επειδή όμως χρειάζεται και δικηγόρους και μηχανικούς για να κάνει τη δουλειά του, ξέρει ότι μπορεί να διαπραγματευθεί ελεύθερα την αμοιβή τους και όχι με ταρίφες που ανεβαίνουν κάθε φορά που κάποια συντεχνία κλείνει το κέντρο της Αθήνας. Ξέρει ότι αν χάσει τα λεφτά του θα είναι επειδή δεν έκανε καλό προϊόν ή δεν υπολόγισε καλά τις συνθήκες της αγοράς και όχι γιατί το ΠΑΜΕ δεν θα επιτρέψει να φύγουν τα πλοία με τα εμπορεύματά του. Αν έχει κέρδη θα πληρώσει διά των φόρων το μερτικό του στην κοινωνία και θα επανεπενδύσει για να κερδίσει περισσότερα.

Ξέροντας όλα αυτά και πολλά άλλα αποφασίζει να επενδύσει στη Γερμανία και όχι στο Μπανγκλαντές, άσχετα αν το τελευταίο έχει το 1/20 του εργατικού κόστους. Η Ελλάδα, έχοντας θεσμικό πλαίσιο, γραφειοκρατία, διαφθορά κ. λπ. τύπου Μπανγκλαντές, αναγκαστικά κάποια στιγμή θα ανταγωνίζεται με μισθούς Μπανγκλαντές. Δεν θα έχει κάτι άλλο για να προσελκύσει επενδύσεις. Αν δεν απελευθερωθεί η οικονομία δεν θα ανησυχούμε για τον 13ο και τον 14ο μισθό, αλλά για τον 11ο, τον 10ο και πάει λέγοντας. Επομένως το στοίχημα είναι πώς θα αφαιρέσουμε εμπόδια από την επιχειρηματικότητα ώστε να προκόψουν οι επιχειρήσεις και μαζί τους να προκόψει ο τόπος. Αλλιώς το μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα έχουμε θα είναι οι μισθοί.