6.1.12

Δύο προτεραιότητες για την ανάπτυξη



[άρθρο του Κώστα Μεγήρ* από την Καθημερινή της Κυριακής 31.12.2011/01.01.2012]

Ενώ παλεύουμε για την ανάκτηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, δεν πρέπει να ξεχνάμε τη στρατηγική που θα τονώσει την επιχειρηματική δραστηριότητα και θα οδηγήσει στην ανάπτυξη. Αναπόφευκτα, η διαδρομή θα είναι σκληρή και επώδυνη με μεγάλο μεταβατικό κόστος.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιχειρηματική δραστηριότητα είναι το κράτος δικαίου και μια ευέλικτη αγορά εργασίας, που χαρακτηρίζεται από καλές εργασιακές σχέσεις. Το πρώτο κατοχυρώνει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και την εφαρμογή των συμβάσεων. Το δεύτερο επιτρέπει στις επιχειρήσεις να δημιουργούν θέσεις εργασίας, δίνει ευκαιρίες στους νέους να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία και παρέχει κίνητρα για απόκτηση γνώσεων. Επομένως, η προτεραιότητά μας πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση τoυ δικαστικoύ συστήματος και της αγοράς εργασίας.

Οταν ένας επιχειρηματίας σχεδιάζει μια σημαντική επένδυση, χρειάζεται να διασφαλίσει ότι μετά τη δέσμευση των πόρων του οι συμφωνίες με υπεργολάβους και εργατικά συνδικάτα θα εφαρμοσθούν. Η δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής στη Δικαιοσύνη διασφαλίζει την επένδυση και μειώνει την αβεβαιότητα, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις. Αντίθετα, η αδυναμία έγκαιρης εφαρμογής συμφωνιών αφήνει τον επιχειρηματία έρμαιο εκβιασμών και αποθαρρύνει τις μεγάλες επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, οδηγώντας σε μια οικονομία όπως η ελληνική, με δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογίας και μικρής αναπτυξιακής αξίας.

Στην Ελλάδα, η δικαστική εξουσία είναι εξαιρετικά αναποτελεσματική, στο σημείο της πλήρους παράλυσης και της ουσιαστικής αρνησιδικίας. Χρειάζονται κατά μέσον όρο 819 εργάσιμες ημέρες για την επίλυση διενέξεων σε σύγκριση με 518 κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ. Αυτό το τρομερό στατιστικό στοιχείο κρύβει και περιπτώσεις που χρειάστηκαν πολύ περισσότερα χρόνια για να ολοκληρωθούν. Η μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος θα πρέπει να εστιασθεί σε δύο βασικά ζητήματα: (α) τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση διαφορών, (β) την ποιότητα των δικαστών και την ικανότητά τους να χειρίζονται περίπλοκες υποθέσεις.

Το επόμενο στοιχείο για την καλή λειτουργία της οικονομίας, με την υπόσχεση άμεσων αποτελεσμάτων, είναι μια ευέλικτη και δυναμική αγορά εργασίας. Μια ριζική μεταρρύθμιση θα έχει σημαντικά και ευρύτατα πλεονεκτήματα: θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να προσελκύουν προσωπικό με ανταγωνιστικές αποδοχές. Θα εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι θα αμείβονται σε σχέση με την παραγωγικότητά τους. Θα επιτρέπει στους νέους να ξεκινήσουν παραγωγική σταδιοδρομία. Θα έχει ως συνέπεια να αποδίδουν οι γνώσεις. Θα εξασφαλίσει ότι το εργατικό δυναμικό μεταφέρεται εύκολα και αποτελεσματικά με τις ελάχιστες δυνατές τριβές από τους παρακμάζοντες στους αναπτυσσόμενους τομείς. Θα οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης – όχι σε μείωση. Ομως στην Ελλάδα η αγορά εργασίας περιορίζεται συστηματικά από υπερβολικές ρυθμίσεις. Το αποτέλεσμα είναι η υψηλή ανεργία και μία από τις χαμηλότερες παραγωγικότητες ανά εργατοώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το πλήθος των μικροεπιχειρήσεων χαμηλής τεχνολογίας και η σχεδόν πλήρης απουσία μεγάλων και εταιρειών με εξαγωγικό χαρακτήρα οφείλονται εν μέρει στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά εργασίας.

Το πρόβλημα με την αγορά εργασίας έγκειται στην πληθώρα των περίπλοκων ρυθμίσεων, των διακρίσεων ανάμεσα σε κατηγορίες εργαζομένων όσον αφορά τους κανονισμούς για τις απολύσεις και τον ρόλο που παίζουν τα συνδικάτα. Κατ’ αρχάς πρέπει όλες οι κατηγορίες των εργαζομένων να διέπονται από τους ίδιους και απλοποιημένους κανονισμούς. Κατά δεύτερον οι κανονισμοί πρέπει να επιτρέπουν την εύκολη προσαρμογή του εργατικού δυναμικού. Ενδεικτικά, πρέπει να καταργηθούν οι νομοθετημένες αποζημιώσεις έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζουν εύκολα το εργατικό τους δυναμικό χωρίς μεγάλο κόστος. Πρέπει να αρθούν οι περιορισμοί των μαζικών απολύσεων ώστε να ενθαρρυνθούν και πάλι οι επενδύσεις σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Οι όροι εργασίας μπορούν και πρέπει να ρυθμίζονται από ιδιωτικές συμβάσεις σε μια αγορά που διέπεται από ανταγωνισμό, και όχι με νομοθετήματα.

Ουσιαστική απελευθέρωση της αγοράς εργασίας όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τον επαναπροσδιορισμό των εργασιακών σχέσεων, τον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας των συνδικάτων και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Aπό τη μια πρέπει να διασφαλίζουμε το δικαίωμα των εργαζομένων να οργανώνονται και να εκπροσωπούνται. Από την άλλη όμως τα συνδικάτα δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτα και να κρατούν ως όμηρο το σύνολο της οικονομίας ανεβάζοντας το κόστος και μειώνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας.

Οι δύο προτάσεις που προανέφερα αποτελούν βασικά στοιχεία μιας οικονομίας που είναι φιλικά διακείμενη προς την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ωστόσο υπάρχει άλλος ένας συνεκτικός κρίκος: η απελευθέρωση της αγοράς μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις. Για τον λόγο αυτό, οι λίγοι κανονισμοί που θα υπολείπονται πρέπει να εφαρμόζονται απαρέγκλιτα. Κανείς, για παράδειγμα, δεν πρέπει να μπορεί να παρακάμψει τις βασικές αρχές υγείας και ασφάλειας στον χώρο εργασίας ή τους νόμους κατά των διακρίσεων. Ετσι, ένα αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα παίζει κεντρικό ρόλο για την καλή λειτουργία των αγορών. Η εφαρμογή αυτών των προτάσεων θα έδινε ένα ισχυρό σήμα στους διεθνείς επενδυτές για τις προθέσεις της χώρας και θα είχε σημαντικά θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη.

Τα προβλήματα στην Ελλάδα έχουν λύσεις – πολιτικοί να τις εφαρμόσουν όμως υπάρχουν;

* Ο κ. Κώστας Μεγήρ είναι καθηγητής Οικονομικών στην έδρα Douglas A. Warner III, στο Πανεπιστήμιο Yale.