5.1.12

Δύσκολη ώρα για τη μεσαία τάξη



[άρθρο του Μπάμπη Παπαδημητρίου από την Καθημερινή της Κυριακής 31.12.2011/01.01.2012]

Πόσα πρέπει να «βγάζει» κάποιος, στη σημερινή Ελλάδα, για να θεωρεί τον εαυτό του ικανοποιημένο; Προφανώς εξαρτάται από τις ικανότητές του, την ένταση στη δουλειά του, την τύχη που τον συνοδεύει και τις ευκαιρίες που του προσφέρονται. Αν όμως είσαι δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος, αν απασχολείσαι στο στενά ρυθμιζόμενο κομμάτι της οικονομίας όπου όλα τα ρυθμίζουν το κράτος και τα συνδικάτα, τίποτε από τα παραπάνω δεν ισχύει.

Οταν το εισόδημα προσδιορίζεται αποκλειστικά στη βάση κεντρικών αποφάσεων, όπως είναι οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις, ο μόνος τρόπος για να επιτύχει κανείς κάτι καλύτερο είναι να βρεθεί σε εξαιρετικά ευνοϊκή θέση, που ισχύει για λίγους, ή να διαθέτει σοβαρά περιουσιακά στοιχεία, κάτι που επίσης δεν ισχύει για τους πολλούς, ή να εμπλακεί με τη διαφθορά, κάτι που δεν μπορεί να αποτελεί κανόνα διοίκησης και επιβίωσης.

Από την άλλη, συχνά διαπιστώνουμε πως πολλοί ανάμεσά μας ή δίπλα μας ζούνε καλύτερα από όσο θα έλεγε κανείς ότι θα μπορούσαν με έναν μισθό «1.200 καθαρά» ή 18.000 ετησίως στον ευρύτερο δημόσιο, άντε 20 χιλιάρικα στον ιδιωτικό τομέα. Η πεποίθηση αυτή δεν αλλάζει πάντως το γεγονός ότι το επίπεδο αυτό αφορά το 1/5 του πληθυσμού και από αυτό καλούνται τώρα να περιορίσουν τις δαπάνες τους.

Ο λόγος που μας κάνει να πιστεύουμε ότι οικογένειες τα καταφέρνουν παρά τη μικρή αμοιβή είναι ότι πολύ συχνά υπάρχουν δύο παρόμοιες αμοιβές σε κάθε οικογένεια ή, στα νεότερα νοικοκυριά, εκφράζεται η οικογενειακή αλληλεγγύη ή αναλώνεται η περιουσία ή, εξίσου συχνά, υπάρχουν «γκρίζα» εισοδήματα, όχι υποχρεωτικώς παράνομα. Με αποτέλεσμα, το «Εισόδημα προς Διαβίωση» να διαμορφώνεται, για δύο στα πέντε νοικοκυριά, μεταξύ 30 και 50 χιλιάδων ευρώ. Στο επίπεδο αυτό τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα.

Είναι όμως αρκετά για να δημιουργήσουν το αίσθημα ευμάρειας, σαν κι αυτό που επικράτησε στη χώρα μας μετά το 2002, δηλαδή μετά την είσοδό μας στο ευρώ; Μάλλον όχι! Ούτε άλλωστε παρόμοιο επίπεδο εισοδημάτων δικαιολογεί την έξαρση της κατανάλωσης των τελευταίων ετών. Επομένως, τα προαναφερθέντα εισοδήματα ενισχύθηκαν με τον συστηματικό δανεισμό και επιτάχυναν την ανάλωση της περιουσίας τους.

Το επόμενο πέμπτο του πληθυσμού περιλαμβάνει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειών που διαθέτουν πραγματικά εισοδήματα υπερδιπλάσια από αυτά του προηγούμενου επιπέδου, δηλαδή 80-150 χιλιάδες ευρώ. Η κατάσταση αυτή είναι συχνή μεταξύ εμπόρων, βιοτεχνών και ελεύθερων επαγγελματιών. Χρειάζεται σίγουρα ευρύτερη έρευνα για να μάθουμε περισσότερα για εισοδηματικά και καταναλωτικά χαρακτηριστικά αυτής της ομάδας των συμπολιτών μας. Γνωρίζουμε όμως με σιγουριά ότι οι περισσότεροι αξιοποιούν ένα ευνοϊκό πλαίσιο ρυθμίσεων, συνήθως κλειστού επαγγέλματος ή παράλληλων εισοδημάτων και φοροδιαφυγής ή εκμετάλλευσης του υπερκαταναλωτισμού ή ευκαιριών που φέρνει μια φούσκα, για παράδειγμα, στα ακίνητα. Κάπου εδώ τελειώνει η Ελλάδα των εισοδημάτων. Υπάρχει, βεβαίως, και το χαμηλό πέμπτο, που αντιμετωπίζει τη ζωή με πολύ χειρότερο εισόδημα και θα έχετε μια καλή εικόνα για την κατάσταση που αντιμετωπίζουν.

Η κρίση φέρνει σπουδαίες ανατροπές. Η γενικευμένη μείωση είναι μεταξύ 15%-30% στην παραπάνω εικόνα. Στα μεγαλύτερα εισοδήματα όμως υπάρχει κατάρρευση, αφού οι μειώσεις στους μικρούς επιχειρηματίες και τους επαγγελματίες κινούνται ήδη μεταξύ 50%-70%. Η φοροδιαφυγή δεν προσφέρει πλέον τις παλαιές ευκαιρίες. Τα περιθώρια κερδών περιορίζονται. Κυκλώματα που στηρίχθηκαν στην ευρεία κατανάλωση διαλύονται επειδή δεν μπορούν να καλύψουν ούτε το κόστος των παγίων.

Η προσαρμογή είναι απότομη. Πώς μπορούμε να προσαρμοστούμε χωρίς να διαλυθεί η κοινωνία; Ο μόνος τρόπος είναι να αναπροσαρμοστεί πλήρως το κόστος ζωής και παραγωγής. Δυστυχώς, η πλειονότητα των συμπολιτών μας δεν έμαθε να ελέγχει το κόστος. Ούτε το δικό της ούτε των άλλων. Αγόραζε χωρίς «παζάρι» και προσέθετε ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους: να βγάλει κι αυτός, να βγούμε κι εμείς. Για τους εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρηματίες τα κόστη ήσαν δεδομένα. Δική του δουλειά ήταν να επιτύχει το μέγιστο ποσοστό κέρδους!

Με αποτέλεσμα, τα εισοδήματά τους να εξαρτώνται από τη διατήρηση των τιμών στα επίπεδα που είχαν πριν από την κρίση. Μέχρι στιγμής, σε σημαντικό βαθμό, το είχαν επιτύχει. Η κερδοσκοπική αυτή στάση οδήγησε στην κατάρρευση των ποσοτήτων που κατορθώνει να απορροφήσει η αγορά. Ο κόσμος της εξαρτημένης εργασίας εξαντλήθηκε, κυρίως από την ανεργία, τις μισθολογικές περικοπές και τους βαρύτερους φόρους.

Η επιχειρηματική τάξη αγνοεί τους κανόνες του σύγχρονου μάνατζμεντ. Ο συνεχής έλεγχος κόστους είναι χαμηλά μεταξύ των προτεραιοτήτων. Το ευρώ δεν αλλάζει την εμπεδωμένη πεποίθηση για τον «καλό πληθωρισμό». Ο εμπορικός κόσμος δουλεύει μόνον για τα τεράστια περιθώρια κέρδους. Ενα περιβάλλον σταθερών τιμών, συμπιεσμένου κόστους και εύλογου κέρδους είναι σχεδόν άγνωστο για μια οικονομία που φουσκώνει με ελλείμματα και χρέη.

Η επόμενη φάση της μεγάλης προσαρμογής περνά πλέον οριστικά στους ώμους της μεσαίας τάξης. Με απρόβλεπτες κοινωνικές, δηλαδή πολιτικές, επιπτώσεις.