29.12.11

Το απόλυτο του καθενός



[εξαιρετικό άρθρο του Νίκου Κωνσταντάρα από την Καθημερινή της 24.12.2011]

Μέσα σε αυτόν τον χειμώνα του κλονισμού φαινόμαστε καταδικασμένοι να μην αποφύγουμε μεγαλύτερες δυσκολίες. Διχασμένοι, παθιασμένοι και φοβισμένοι, μοιάζουμε να δεχόμαστε τα χειρότερα, αρκεί έτσι να δικαιολογήσουμε όσα πιστεύουμε, να επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες που εκτοξεύουμε ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι τέτοια η καχυποψία ανάμεσά μας που ο ισχυρισμός αυτός θα εκλαμβάνεται από πολλούς ως προπαγάνδα στην υπηρεσία όσων στοχεύουν στην ταπείνωση, την υποδούλωση και την αφαίμαξη των Ελλήνων. Τέτοια κινδυνολογία, λένε, οδηγεί τον λαό στην παραίτηση, στην ήττα. Από την άλλη, όσοι πιστεύουν στην ανάγκη ριζικής μεταρρύθμισης της κοινωνίας αγανακτούν με τις απλουστεύσεις και τα «λαϊκίστικα» επιχειρήματα του όλο και ισχυρότερου μετώπου της άρνησης. Οι αντιθέσεις δεν οδηγούν σε σύνθεση παρά μόνο σε ατέρμονους μονολόγους. Οσο διαφωνούμε μεταξύ μας, οι εξελίξεις οδηγούνται είτε από τον χρόνο είτε από εξωτερικούς παράγοντες. Πώς έγινε αυτό;

Επειδή μάθαμε να μην αποφασίζουμε, δεν μάθαμε να συμφωνούμε. Μάθαμε μόνο να φλυαρούμε και να καταγγέλλουμε, ο καθένας από το χρυσό κλουβί της δικής του απόλυτης αλήθειας και ματαιοδοξίας, χωρίς να αισθανόμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις και παραλείψεις μας. Διαδοχικές κυβερνήσεις σπατάλησαν τα χρόνια τους στην εξουσία με κύριο στόχο την επανεκλογή τους, αποφεύγοντας δύσκολες αποφάσεις. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης περιόριζαν την πολιτική τους στο να αντιτίθενται σε ό,τι πρότειναν οι κυβερνήσεις (όχι ότι οι προτάσεις οδηγούσαν σε πράξεις, αν οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αποφύγουν αυτή την ευθύνη).

Δεν συνδέσαμε συμπεριφορές με συνέπειες. Για δεκαετίες, η χώρα πορευόταν μέσα σε ένα δικό της Σύμπαν, όπου δεν ίσχυαν οι νόμοι - ούτε αυτοί του ποινικού και αστικού κώδικα, ούτε της οικονομίας, ούτε της λογικής. Πάνω απ’ όλα υπήρχε ο νόμος της πολιτικής - ο οποίος υπερτερούσε όλων των άλλων, σβήνοντας κλήσεις της Τροχαίας, αδιαφορώντας για κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αγνοώντας τις συνέπειες του αχαλίνωτου δανεισμού. Ο «πολιτικός νόμος» υπάκουε μονάχα στις απαιτήσεις όσων φώναζαν δυνατά, είτε ήταν πλειοψηφία είτε δυναμική μειοψηφία. Ετσι καταστρατηγήθηκαν οι έννοιες της ευθύνης (ατομικής και συλλογικής), του εφικτού, του δίκαιου: όποιος αποφάσιζε να διεκδικήσει κάτι, το διεκδικούσε και το αποκτούσε, επειδή οι κυβερνώντες δεν είχαν λόγο να προκαλέσουν τη δυσαρέσκεια κανενός. Τώρα πήγαμε από την αλόγιστη σπατάλη στην αμείλικτη στέρηση, με την ίδια έλλειψη σύνδεσης μεταξύ πράξεων και συνεπειών: όπως παλιά, όταν κάποιοι κέρδιζαν χωρίς κόπο, τώρα οι πολλοί αδικούνται χωρίς να φταίνε. Απλώνεται η αίσθηση μιας ανείπωτης ορφάνιας, ότι κανείς δεν νοιάζεται για εμάς. Αυτό προκαλεί μεγαλύτερο φόβο και καχυποψία - και την ανάγκη να αρνηθούμε την πραγματικότητα, να επιβληθούμε πάνω της.

Σε αυτόν τον εικονικό κόσμο, όπου (χάρη στην πολιτική ταχυδακτυλουργία) τα πάντα ήταν εφικτά, δημιουργήθηκαν στεγανά και φούσκες, πιστεύαμε ότι ο καθένας μπορούσε να διεκδικήσει ό,τι ήθελε χωρίς να χρειαστεί να συμβιβαστεί με κανέναν άλλο. Το είδαμε στη συμπεριφορά των συνδικάτων, στις επιχειρήσεις, στον χώρο της πολιτικής και των ιδεών. Επειδή βλέπαμε ότι οι πολιτικοί κρίνουν τις τύχες όλων, και ότι δεν εξυπηρετούν με αυταπάρνηση το καλό του τόπου, αλλά μεροληπτούν υπέρ των φίλων τους, μάθαμε να μην έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτούς, ούτε στους θεσμούς τους οποίους ήλεγχαν. Η καχυποψία γενικεύτηκε σε τέτοιο βαθμό που φθάσαμε να μην εμπιστευόμαστε κανέναν εάν δεν συμφωνεί μαζί μας. Γαντζωθήκαμε στα ύψη της απόλυτης αλήθειας μας, αποφεύγοντας την τριβή με την πραγματικότητα και με τις γνώμες των άλλων.

Φτάσαμε, λοιπόν, να μη γνωρίζουμε την πραγματικότητα παρά μόνο ως άλλο ένα επιχείρημα το οποίο σκοπεύει στην επίτευξη κάποιου σκοτεινού σκοπού. Η υπερχρέωση της χώρας, δηλαδή, μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα γιγαντιαίο διεθνές κόλπο για να τρομοκρατηθούν οι Ελληνες, ώστε να ξεπουλήσουν τη χώρα τους σε ξένους ή στην εντόπια πλουτοκρατία. Μπορεί, επίσης, να αποδεικνύει ότι οι Ελληνες δεν είναι ικανοί να διαχειριστούν την τύχη τους και χρειάζονται την κηδεμονία ξένων. Πολλοί πιστεύουν τον πρώτο μύθο, λιγότεροι τον δεύτερο. Ομως, τους ενώνει αυτό που τους χωρίζει: η απόλυτη υποταγή στη δική τους πραγματικότητα και η καχυποψία για τα επιχειρήματα των άλλων. Ισως η κρίση, ως κορύφωση της ασυνεννοησίας, αναγκάσει περισσότερους απ’ εμάς να δούμε τον διπλανό μας, να ακούσουμε τι λέει. Να καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στη μοναξιά του απόλυτου και την ελπίδα της συναίνεσης.