27.12.11

Λάθος μείωση



[άρθρο του Μπάμπη Παπαδημητρίου στην Καθημερινή της Κυριακής 18.12]

Στο προοίμιο της Πέμπτης Εκθεσης, που συντάσσει το Ευρωπαϊκό Τμήμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σημειώνεται: «Τα πράγματα πήραν αρνητική τροπή για την Ελλάδα, καθώς η προσαρμογή της οικονομίας γίνεται κυρίως μέσω μιας μεγαλύτερης ύφεσης, την οποία οδηγούν οι μειώσεις μισθών αλλά και η “αντοχή” των τιμών, παρά μέσω διαρθρωτικών αλλαγών, που θα οδηγούσαν σε αύξηση της παραγωγικότητας».

Πρόκειται για την καλύτερη ομολογία της αποτυχημένης εφαρμογής του σχεδίου που περιλάμβανε το Μνημόνιο του 2010. Ο Πόουλ Τόμσεν, υπεύθυνος για τη σύνταξη αυτής της έκθεσης δέχεται ερωτήσεις όπου κι αν βρεθεί. Είμαι σίγουρος ότι στην Πορτογαλία, όπου βρέθηκε λίγες ώρες αφότου είχε τελειώσει την αποστολή του στη χώρα μας, αυτή την εβδομάδα, τρέμουν στην ιδέα πως μπορεί να τους συμβεί το ίδιο.

Επιδιώκοντας τη μείωση του κρατικού ελλείμματος, η οικονομία εμφανίζεται να ξεφουσκώνει με ρυθμούς ταχύτερους από εκείνους με τους οποίους φούσκωνε όταν μεγάλωνε η δημοσιονομική ανισορροπία. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό δεν βρίσκεται στο μέγεθος ή στον ρυθμό μείωσης των ελλειμμάτων. Δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι μια μικρότερη ζήτηση φέρνει κεσάτια στην αγορά και στο ΑΕΠ. Ομως, το αντίστροφο, όπως πολλοί πιστεύουν, δεν θα βελτίωνε την κατάσταση της οικονομίας, αφού τελικά το κράτος θα δέσμευε ακόμη περισσότερους πόρους.

Ο εργοδοτικός και εργατικός συνδικαλισμός υποστήριζε πάντοτε την άποψη ότι μέσω κλαδικών ή ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων έπρεπε να προσαρμόζονται τα εισοδήματα παραπάνω από τον πληθωρισμό. Θα τα έπαιρναν πίσω, πιστεύουν, μέσω της αυξημένης ζήτησης.

Το μόνο που συνέβαινε, στην πράξη, ήταν ότι το πρόσθετο και ουδέποτε παραχθέν προϊόν, ήταν το ίδιο με προηγουμένως αλλά σε νέες τιμές, εξ ου και ο αυξημένος τζίρος. Η λειτουργία των -συγκοινωνούντων μάλιστα- «διαύλων» της ελληνικής οικονομίας, χρησίμευσε ως η αντλία που φούσκωνε την αγορά. Το τραπεζικό σύστημα χρηματοδότησε χωρίς φειδώ τη φούσκα, αυξάνοντας συνεχώς τις «γραμμές ανοικτών δανείων, προεξόφλησης απαιτήσεων και άλλων κεφαλαίων κίνησης».

Η βίαιη διάδοση της χρηματοπιστωτικής κρίσης οδήγησε σε κατάρρευση αυτού ακριβώς του συστήματος. Αν οι Ελληνες επιχειρηματίες είχαν πραγματική αίσθηση των μηχανισμών ενός καπιταλισμού ανοικτής αγοράς, θα είχαν αρκούντως τρομοκρατηθεί, ώστε να σπεύσουν να εφαρμόσουν την υπερεπείγουσα προσαρμογή του κόστους παραγωγής και λειτουργίας των μονάδων τους. Δεν το έπραξαν. Είτε γιατί προτίμησαν να κρατήσουν «ζωντανό» τον τζίρο τους, παρά την κόπωση των πελατών τους, όπως προφανώς είχαν ήδη αντιληφθεί το καλοκαίρι του 2010. Είτε γιατί «παρηγορήθηκαν» μεγαλώνοντας το χρονικό περιθώριο ιδιοποίησης των φόρων κατανάλωσης. Είτε γιατί οι τράπεζες έσπευσαν να συντηρήσουν τα υπόλοιπά τους, αντί να διακινδυνεύσουν να αποκαλυφθεί η τρωτή βάση των δανείων που είχαν εκταμιεύσει. Με την επιφύλαξη πάντως των σοβαρότατων θεσμικών δηλαδή διαρθρωτικών εμποδίων.

Προσπαθώντας να συγκρατήσουμε το ταβάνι στην ετοιμόρροπη οικία μας, εξέπνευσε ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας να βγούμε πριν αυτή να γκρεμιστεί τελικώς επάνω μας. Ολα δείχνουν ότι έχουμε περάσει το σημείο καμπής. Τον Αύγουστο, ο πληθωρισμός, πρακτικώς εκμηδενίστηκε, αν αφαιρέσουμε την επίπτωση των φόρων.

Τελικά, το μέγεθος της ύφεσης εξηγείται από το γεγονός ότι οι τράπεζες σταμάτησαν να διοχετεύουν την ελάχιστη, μέχρι πριν από το καλοκαίρι, ρευστότητα, την οποία αποκτούσαν με «χίλια βάσανα» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό που δεν σταμάτησε να μεγαλώνει ήταν ο ρυθμός με τον οποίο το κράτος αφαίμασσε το τραπεζικό σύστημα. Τελικώς, οι τράπεζες παρέδωσαν «όσα έχουν και δεν έχουν» στην ΕΚΤ και, τους τελευταίους μήνες, στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του μηχανισμού επείγουσας δανειακής χρηματοδότησης. Επιπλέον, οι τράπεζες έχασαν πρόσθετους πόρους και κεφάλαια υπό το βάρος των προβλέψεων για το αρχικώς μικρό κούρεμα των ομολόγων τους και, λίγο αργότερα, την αναμενόμενη επανακεφαλαιοποίησή τους με το μεγάλο κούρεμα.

Από τη στιγμή που οι τράπεζες σταμάτησαν να φέρνουν μέσα περισσότερο χρήμα, οι τρομακτικές αδυναμίες στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας έγιναν καθοριστικές. Η ελληνική παραγωγή δεν κατόρθωσε να προσφέρει προϊόντα και υπηρεσίες ικανά να υποκαταστήσουν τα εισαγόμενα και οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν γρήγορα το κόστος τους. Αντί να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα με καλύτερη χρήση των συντελεστών παραγωγής, κράτος και επιχειρήσεις έσπευσαν να μειώσουν τις αμοιβές και την απασχόληση. Το μέσο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έπεσε 3% περίπου, ως αποτέλεσμα μικρότερων κατά 2,2% αμοιβών και 6% μείωσης των θέσεων εργασίας.

Είναι σαφές ότι η σταθεροποίηση της κατάστασης απαιτεί διαρθρωτικές προσαρμογές, οι οποίες θα εξοικονομούν πόρους και εισόδημα για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η οικονομία πρέπει να μειώσει παντού το κόστος λειτουργίας της, όχι όμως με μεγαλύτερη περικοπή των εισοδημάτων εξαρτημένης εργασίας και περισσότερη φορολογική πίεση επί της κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να περιοριστεί το κόστος του κράτους και να απελευθερωθούν με ειλικρίνεια και χωρίς αστερίσκους οι αγορές.