24.11.11

Στο πολιτικό «σανίδι»

[άρθρο του Α. Παπαχελά στην Καθημερινή της Κυριακής 20.11.2011]

Η Ιστορία είναι πολύ νωπή για να αποτιμηθεί το τι άφησε πίσω του ο κ. Γ. Παπανδρέου. Εχει κάνει τόσα πολλά τις τελευταίες εβδομάδες για να εξοργίσει τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών, που δύσκολα μπορεί να υπάρξει τώρα η απαιτούμενη ψυχραιμία και ωριμότητα για μια τέτοια συζήτηση. Το χειρότερο δε για εκείνον είναι πως ταυτοχρόνως εξόργισε τους ξένους συνομιλητές του με τον χειρισμό του δημοψηφίσματος, εκτός βεβαίως από τους παραδοσιακούς Κεντροαριστερούς Αμερικανούς διανοητές που το είδαν ως μια απέλπιδα προσπάθεια προσφυγής στην άμεση δημοκρατία.

Εν πάση περιπτώσει, όταν επικρατήσει η απαραίτητη «εθνική ηρεμία», θα πρέπει ν’ αναγνωριστούν και τα θετικά και τα αρνητικά. Στα θετικά συμπεριλαμβάνονται ο νόμος και η συναίνεση για την Παιδεία, η ενεργοποίηση -με μεγάλη καθυστέρηση- των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους εναντίον ισχυρών κέντρων ανομίας, η (δειλή) προσπάθεια εξορθολογισμού του κράτους και η εξεύρεση των πόρων του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης.

Υπάρχουν όμως και τα αρνητικά, τα οποία αφορούν βασικά τον «πριγκιπικό», χαοτικό και όχι πάντα υπεύθυνο τρόπο με τον οποίο (α) άσκησε αντιπολίτευση και (β) διοίκησε.

Ας αρχίσουμε με την αντιπολίτευση. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πως τορπίλισε την προσπάθεια του Κ. Καραμανλή για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε πως αρνήθηκε τη συναίνεση την άνοιξη του 2009, όταν ο κ. Καραμανλής του εξέθεσε τη δραματική κατάσταση των οικονομικών μεγεθών. Επίσης δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την άκαρπη και βίαιη αντιπολίτευση με βάση το μονότονο μότο «εκλογές τώρα». Αυτά γιατί δεν δικαιούται κανείς να μιλάει για ανευθυνότητα του πολιτικού συστήματος σήμερα, αν ο ίδιος δεν κάνει αυτοκριτική για το χθες και το πώς άσκησε τον θεσμικό του ρόλο. Το προπατορικό, όμως, αμάρτημα, το οποίο σήμερα πληρώνει ακριβά, είναι ότι παρά το «πάτημα» που του έδωσε ο κ. Καραμανλής στη ΔΕΘ το 2009 με όσα δημοσιονομικά μέτρα πρότεινε, ο ίδιος επέλεξε τον δρόμο του «λεφτά υπάρχουν».

Ας έλθουμε στους πρώτους κρίσιμους μήνες της διακυβέρνησής του, γιατί τότε χάθηκε το παιχνίδι. Ο κ. Παπανδρέου συνέχισε να αγνοεί τις προειδοποιήσεις που έφταναν από παντού και επέμενε στο αλάθητο οικονομικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Κάποιοι μάλιστα του έλεγαν, και τον έπεισαν, ότι αν δεν το ακολουθήσει θα είναι αναξιόπιστος... Δεν πήρε εγκαίρως μέτρα, έδωσε μια εικόνα «τσίρκου» με τα πολλαπλά κέντρα γύρω του, που χειρίζονταν εξαιρετικά λεπτές υποθέσεις όπως ο δανεισμός της χώρας, και βεβαίως ουδέποτε φώναξε για να συμβουλευθεί τους έμπειρους ανθρώπους που ήξεραν γιατί μιλάμε. Το αντίθετο. Επέμενε να κάνει υπουργούς «παιδιά» χωρίς εμπειρία, με αλαζονεία δυσανάλογη με τα ένσημα που είχαν κολλήσει και επέβαλε ένα άκρως χαοτικό σύστημα μη συντονισμού της κυβέρνησης. Ο τρόπος διοίκησης είναι άλλωστε κατά τη γνώμη μου η αχίλλειος πτέρνα που, σε στιγμές πανικού ή «πριγκιπικού» εγωισμού, ώθησε τον κ. Παπανδρέου σε αυτοκτονικές τρέλες, όπως π.χ. στις Κάννες.

Ο κ. Παπανδρέου, όμως, δεν είχε ποτέ μια σταθερή πορεία. Το πρωί συμφωνούσε με τον κ. Παπακωνσταντίνου, το βράδυ με την κ. Κατσέλη, το επόμενο πρωί με τον κ. Ραγκούση, το βράδυ με τον κ. Παπουτσή. Το εκκρεμές εκινείτο μεταξύ νεωτερικότητας και γραφικής παλαιολιθικής «πασοκονοοτροπίας».

Και κάτι τελευταίο. Αντιλαμβάνομαι το άγχος της υστεροφημίας. Επίσης συμμερίζομαι την αγανάκτηση με τις ακροδεξιές και ακροαριστερές φωνές περί «προδοσίας» ή και την προσπάθεια ισοπέδωσης των πάντων. Αυτός ο λαός, όμως, έδειξε μεγάλη ωριμότητα και αντοχή τα δύο χρόνια της μεγάλης κρίσης. Αυτό που δεν αντέχει είναι την αδυναμία του κ. Παπανδρέου να γυρίσει και να του πει μια συγγνώμη. Δεν είναι δυνατόν να μη νιώσαμε όλοι ταπείνωση με το επεισόδιο των Καννών και μετά πάλι με τη μεθόδευση Πετσάλνικου, και αντί για μια ιστορική συγγνώμη να συνεχίζουμε να ακούμε πόσο δίκιο είχε σε όλα. Οπως έλεγε ένας βετεράνος πολιτικός «η πολιτική είναι σαν το θέατρο. Εχει μεγαλύτερη σημασία πολλές φορές πώς κατεβαίνεις από τη σκηνή παρά πώς ανεβαίνεις σε αυτήν».