2.10.11

Πώς θα ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης η οικονομία



* άρθρο των Θάνου Σκούρα & Alfred Steinherr (*) στην Καθημερινή της Κυριακής 18.09.2011

Προκειμένου να επικεντρωθούμε στις απαιτούμενες συνθήκες για την επανεκκίνηση της οικονομίας, ας υποθέσουμε ότι διαγράφεται όλο το ελληνικό χρέος πάνω από το 60% του ΑΕΠ (το ανώτατο αποδεκτό όριο σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ). Πώς μπορεί από εκεί και πέρα να πυροδοτηθεί η ανάπτυξη της οικονομίας, ώστε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας να πλησιάσει τον ευρωπαϊκό μέσον όρο;

Η άμεση προτεραιότητα θα είναι να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της χώρας στις αγορές για να μπορεί να δανείζεται με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Αν και η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους θα μειώσει τα επιτόκια, δεν θα εξαλείψει πλήρως την επιβάρυνση κινδύνου, δεδομένης της πρόσφατης εμπειρίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ληφθούν ισχυρά μέτρα για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Ελλάδας.

Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν μια συνταγματική αναθεώρηση που θα απαγορεύει τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η πρωτοβουλία Μέρκελ-Σαρκοζί συμπεριλαμβάνει αυτή την πρόταση, και ανάλογες ρυθμίσεις έχουν ήδη ψηφιστεί σε άλλες χώρες. Με ένα τέτοιο νόμο, σε συνδυασμό με τη μείωση του χρέους στο 60% του ΑΕΠ, η πρόσθετη απόδοση που θα ζητούν οι επενδυτές για να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα σε σχέση με τα γερμανικά θα είναι γύρω στο 2%. Ως εκ τούτου, θα απαιτείται πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 3% του ΑΕΠ για να καλύπτεται το κόστος δανεισμού (60% του ΑΕΠ με 5% επιτόκιο).

Η αποκατάσταση του κύρους της χώρας στις αγορές δεν θα επαρκεί, ωστόσο, για να επανέλθει η οικονομία σε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ιδίως όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Το κλειδί για την ανάπτυξη είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η οποία αποδυναμώθηκε περαιτέρω μετά την ένταξη της χώρας στο ευρώ. Εκτοτε το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά 20% σε σχέση με τη Γερμανία. Οπότε είναι απαραίτητο να γίνει μία διόρθωση ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.

Γι’ αυτό τον σκοπό, απαιτείται μια σειρά αποφάσεων με υψηλό πολιτικό κόστος. Πρώτον, μέσα στα επόμενα χρόνια οι μισθοί δεν πρέπει να αυξηθούν, ενώ, παράλληλα, η φορολογία της εργασίας χρειάζεται να μειωθεί. Η υστέρηση φορολογικών εσόδων που θα προκύψει, μπορεί να αντισταθμιστεί από ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών και περικοπή κρατικών δαπανών.

Δεύτερον, ο ανταγωνισμός πρέπει να ενισχυθεί, κάτι που προϋποθέτει την κατάργηση περιοριστικών ρυθμίσεων και τη δημιουργία ευέλικτων αγορών εργασίας. Τα κλειστά επαγγέλματα πρέπει να απελευθερωθούν με την απομάκρυνση εμποδίων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα.

Τρίτον, απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις στις λειτουργίες του κράτους. Η αποτελεσματική λειτουργία διοικητικών υπηρεσιών, δικαστικών και αστυνομικών αρχών, της εκπαίδευσης και του τομέα υγείας, σε συνδυασμό με την προώθηση έρευνας και καινοτομιών, τη διαφάνεια στη χρηματοδότηση των κομμάτων και των δημόσιων οργανισμών, τη σωστή διαχείριση του συνταξιοδοτικού συστήματος και, πάνω απ’ όλα, ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, είναι βελτιώσεις που απαιτούνται στον κρατικό μηχανισμό. Δεδομένου ότι το κόστος της γραφειοκρατίας πλησιάζει το 7% του ΑΕΠ και είναι διπλάσιο του μέσου όρου στην Ευρώπη, είναι προφανές ότι η υιοθέτηση των καλύτερων διεθνών πρακτικών στη διαχείριση του δημόσιου τομέα θα συμβάλει αισθητά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν θα είναι δημοφιλείς. Εάν οι πολιτικοί τις αποφύγουν, η χώρα δεν θα βαδίσει σε δρόμο ταχύρρυθμης ανάπτυξης και το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα θα συνεχίσει να αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό βορρά. Παρά ταύτα, η πολιτική ελίτ ίσως προτιμήσει να πληρώσει η χώρα αυτό το τίμημα, εάν πιστεύει ότι η αποφυγή δύσκολων μεταρρυθμίσεων είναι ο μοναδικός τρόπος για τη δική της επιβίωση. Σε αυτή την περίπτωση, θα είναι μεγάλος ο πειρασμός επεκτατικών μέτρων για τη στήριξη της οικονομίας, καθώς, με τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, το κόστος δανεισμού δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Ομως, με την επεκτατική πολιτική, το χρέος θα αυξηθεί ξανά και οι όροι δανεισμού της χώρας θα γίνουν σύντομα εκ νέου απαγορευτικοί. Είναι επομένως φανερό ότι η διαγραφή χρέους δεν αποτελεί οριστική λύση στο ελληνικό πρόβλημα εάν δεν προχωρήσουν οι ριζικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί η ανάπτυξη.

Μήπως θα ήταν προτιμότερη η έξοδος της Ελλάδας από τη Νομισματική Ενωση; Θα μπορούσε έτσι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας να αποκατασταθεί δίχως την επιβολή επίπονων μεταρρυθμίσεων; Αμεσα το τραπεζικό σύστημα θα κλονιστεί, οι ροές κεφαλαίων θα παγώσουν και η οικονομική δραστηριότητα θα εξασθενήσει. Επομένως, οι συνέπειες αυτής της επιλογής αναμφίβολα δεν θα είναι αμελητέες. Επιπλέον, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναγκαστικά θα αυξηθεί, εφόσον θα παραμένει σε ευρώ. Ως αποτέλεσμα, μία αναδιάρθρωση θα κριθεί αναγκαία και αυτό βέβαια θα πλήξει την αξιοπιστία της χώρας και θα καθυστερήσει επί σειρά ετών την επιστροφή στις αγορές κεφαλαίου.

Ούτε όμως μακροπρόθεσμα η επιστροφή στη δραχμή δεν αποτελεί πρόσφορη λύση. Το επιχείρημα αυτών που την υποστηρίζουν είναι ότι η νομισματική πολιτική θα μπορεί να χαράσσεται με βάση τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, οι αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της δραχμής θα αναπληρώνουν τις υστερήσεις στην ανταγωνιστικότητα.

Δυστυχώς, είναι υπερτιμημένη η ισχύς της υποτίμησης. Προκειμένου να επιτύχει αυτή η πολιτική, η άνοδος στις τιμές των εισαγωγών που προκαλεί δεν πρέπει να περάσει στους μισθούς και τις τιμές των εγχώριων προϊόντων. Με άλλα λόγια, οι πραγματικοί μισθοί θα πρέπει αναπόφευκτα να υποχωρήσουν και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να μειωθεί. Επιπροσθέτως, όσο συχνότερα γίνεται μια υποτίμηση τόσο μειώνεται η αποτελεσματικότητά της, καθώς εντείνονται οι πιέσεις για γρήγορη αύξηση μισθών και τιμών. Η αναποτελεσματικότητα της υποτίμησης στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας είναι ιδιαίτερα αισθητή στην ελληνική οικονομία, όπου οι εξαγωγές είναι χαμηλής πρόσθετης αξίας και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενδιάμεσων προϊόντων και πρώτων υλών. Κατά συνέπεια, οι αλλεπάλληλες υποτιμήσεις θα ενισχύουν όλο και περισσότερο τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγώντας στον εκτροχιασμό του πληθωρισμού.

Συμπερασματικά, οι απαιτούμενες συνθήκες για την επανεκκίνηση της οικονομίας καθιστούν φανερό ότι η ανάπτυξη δεν αποτελεί εναλλακτική στην εφαρμογή του Μνημονίου και το αίτημα αναδιαπραγμάτευσης με την τρόικα δεν είναι παρά δικαιολογία για αποφυγή επίπονων μεταρρυθμίσεων.

* Ο κ. Θάνος Σκούρας είναι ομότιμος καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Alfred Steinherr είναι επίτιμος επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.