1.10.11

Η μεγάλη σιωπή



* άρθρο του Νίκου Κωνσταντάρα από την Καθημερινή της Κυριακής 18.09.2011

Η κυρία Βιβή κουρεύει τους άνδρες της γειτονιάς μου εδώ και 20 χρόνια. Δεν είναι ο συνηθισμένος, φλύαρος κουρέας. Αυτή ακούει, οι πελάτες μιλούν. «Τώρα ο κόσμος δεν μιλάει», λέει. «Και αν εγώ πάω να ανοίξω κουβέντα, μου λένε, “άσε, άσε, δεν θέλω να τα σκέφτομαι”. Κάθονται αμίλητοι. Σιωπούν». Δεν ήταν έτσι πριν. Ο επαγγελματισμός και η ευγένεια της Βιβής επέτρεπαν στους πελάτες να της μιλούν σαν να ήταν γνωστή τους από παλιά. «Εχουν ζαλιστεί. Θα σκάσουν», λέει και κουνάει το κεφάλι της. Αυτό είχε αρχίσει πριν φθάσουν οι προειδοποιήσεις για τον σαδιστικά ονομαζόμενο έκτακτο φόρο «αλληλεγγύης» και πριν μάθουμε για νέο έκτακτο φόρο στα ακίνητα.

Η εθνική μελαγχολία φάνηκε το καλοκαίρι. «Ευτυχώς που ήρθαν οι ξένοι με τα κρουαζιερόπλοια», είπε ένας έμπορος σε νησί των Κυκλάδων όπου το πάρτι δεν τελειώνει. «Ο Ελληνας τουρίστας πέθανε. Σε λίγο θα του κάνουμε το μνημόσυνο». Μακριά από τους τουριστικούς προορισμούς, στα βουνά της Κρήτης, ρώτησα φίλο μπακάλη πώς περνάει ο κόσμος. «Ηρθαν πολλοί Αθηναίοι, όσοι κατάγονται απ’ εδώ. Ο κόσμος αγοράζει, αλλά δεν βγαίνει πολύ. Τα πανηγύρια πάνε άσχημα. Ο κόσμος προτιμά να πάρει το φαγητό του και να μείνει σπίτι να το φάει, με τους φίλους του. Στο πανηγύρι, θα σε κεράσει η διπλανή παρέα, θα κεράσεις κι εσύ, δεν ξέρεις πόσα θα πληρώσεις. Οι άνθρωποι δεν θέλουν απρόοπτα πια», είπε ο Μανώλης. Θυμάμαι πόσο εύκολα ένα γεύμα στο σπίτι μπορούσε να μετατραπεί σε γλέντι. «Χορεύουν;», ρώτησα. Κούνησε βαριά το κεφάλι του. «Οχι. Στο πανηγύρι λίγο. Στο σπίτι καθόλου».

Οι Ελληνες έχασαν το κέφι τους. Τα σημάδια της απογοήτευσης και του φόβου είναι παντού. Δεν είναι τόσο οι δημόσιες φωνές των θιγμένων και θυμωμένων που ανησυχούν, όσο οι σιωπές πίσω από κλειστές πόρτες και οι απρόσμενες εκρήξεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά το αποτέλεσμα ένα: χάσαμε την αίσθηση του χώρου μας και την αίσθηση του εαυτού μας· τώρα πρέπει να σταθούμε πάνω σε νέες βάσεις, χωρίς να ξέρουμε ποιες θα είναι. Πολλοί ζουν το ξεγύμνωμα ενός ψεύτικου εαυτού, επειδή η ζωή τους είχε βασιστεί πάνω στο χρήμα, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα δάνεια – όλα αυτά που σήμερα είτε έφυγαν είτε μας βαραίνουν. Τίποτα δεν είναι σίγουρο: δεν ξέρουμε αν θα έχουμε δουλειά αύριο, αν θα μας φτάσουν τα χρήματα για τις ανάγκες μας, αν θα μας εκτιμούν ακόμη φίλοι και συγγενείς όταν δεν έχουμε αυτή τη δουλειά, αυτά τα χρήματα, αυτά τα καλά.

Οι Ελληνες έχουν τη δυστυχία να είναι ο πρώτος λαός που ζήτησε τη βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων. Η υπερβολική εικόνα ενός σπάταλου λαού με πρόωρες συντάξεις και άφρονες πολιτικές προκάλεσε οργή σε αυτούς που κλήθηκαν να μας δανείσουν, δημιούργησε μία καρικατούρα που έκρυβε ότι τα θύματα των επιπόλαιων πολιτικών, αυτοί που θα σηκώσουν το βάρος του χρέους και το κόστος της ανάκαμψης, είναι οι ίδιοι οι Ελληνες.

Η ολιγωρία και η εθελοτυφλία των κυβερνήσεών μας, μαζί με την καλβινιστική διάθεση κάποιων εταίρων να «τιμωρηθούμε», δημιούργησαν βαρύ κλίμα εις βάρος των Ελλήνων και οι απανωτές καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων βαθαίνουν την κρίση και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Η ελληνική κυβέρνηση και οι ηγέτιδες δυνάμεις της Ευρώπης βρίσκονται συνεχώς ένα ή δύο βήματα πίσω από τα γεγονότα, οπότε, ό,τι και αν κάνουν, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ελλάδα πολλαπλασιάζονται. Η διεθνής εικόνα, οι κυβερνητικοί ερασιτεχνισμοί, τα αδιέξοδα κηρύγματα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κοινωνική αναστάτωση και το κόστος των εισπρακτικών μέτρων συμβάλλουν στη δημιουργία της απελπισίας στο κοινωνικό και το ατομικό επίπεδο. Οι ξένοι ήθελαν να τιμωρηθούμε· τώρα τιμωρούμαστε χωρίς τέλος, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να κλείσει τις τρύπες στον κουβά μέσα στον οποίο ρίχνονται οι κόποι μας.

Για να αντέξουμε, δεν μπορούμε να περιμένουμε σωτηρία μόνο από τους πολιτικούς μας και από τους ξένους. Οσο η κυβέρνηση παραδέρνει, όσο η αντιπολίτευση ζει στην Ουτοπία, τα προβλήματα δεν λύνονται. Οσοι πολίτες διαθέτουν αποθέματα ψυχικής δύναμης θα πρέπει να γίνουν νησίδες σταθερότητας, κομμάτια μιας αλυσίδας αλληλοϋποστήριξης. Να μιλούν, να δείχνουν, να χτίσουν φιλίες και το μέλλον. Και όταν μπορούν, να χορεύουν.