29.9.11

Κοινή γνώμη και λαϊκό αίσθημα



* Τελικά, «ημέρα Φαληρέως» η σημερινή με την επιλογή και δημοσίευση ενός δεύτερου άρθρου του Στέφανου Κασιμάτη, αυτή τη φορά από την Καθημερινή της Κυριακής 25.09.2011

Σε ένα σπουδαίο βιβλίο του ιστορικού Τζον Λούκατς (Five Days in London, May 1940) βρήκα κάτι το οποίο, ενώ οι περισσότεροι κατά κάποιο τρόπο ήδη το «ξέρουμε», ωστόσο δεν το συνειδητοποιούμε. Μεταφράζω: «...είναι η σπανίως αναγνωριζόμενη διαφορά ανάμεσα στην κοινή γνώμη και το λαϊκό αίσθημα. Εν συντομία: αυτό που είναι κοινό δεν είναι απαραιτήτως δημοφιλές, αλλά και η γνώμη δεν είναι απαραιτήτως το ίδιο πράγμα με το αίσθημα». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον βλέπουμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι, που σε ποσοστό από 50% και άνω τουλάχιστον απαντούν θετικά σε ερωτήματα, λ.χ., αν συμφωνούν με τις αποκρατικοποιήσεις ή τις απολύσεις στο Δημόσιο, όταν ερωτώνται κατά πόσον τους αρέσουν οι συγκεκριμένες επιλογές (αυτές με τις οποίες συμφωνούν) απαντούν αρνητικά κατά το ίδιο ή μεγαλύτερο ποσοστό. Η στάση αυτή είναι πέρα για πέρα φυσιολογική: όλοι ξέρουμε πότε ήλθε η ώρα να πάμε στον οδοντίατρο, σε ποιον από εμάς όμως αρέσει; (Εξαιρώ την κατηγορία των μαζοχιστών, διότι στην πολιτικώς ορθή εποχή μας και οι ανώμαλοι έχουν πλέον δικαίωμα στην ανωμαλία τους...)

Ε, λοιπόν, αυτό που όλοι μας το αντιλαμβανόμαστε, η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της δείχνουν να μην το υποψιάζονται καν! Είναι βλάκες οι άνθρωποι; Κοιτάξτε, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ουκ ολίγοι εξ όσων σήμερα γεμίζουν τα έδρανα της κυβέρνησης και της συμπολίτευσης στη Βουλή, ναι, είναι. Το δείχνουν, άλλωστε, η φυσιογνωμία τους και ο τρόπος με τον οποίον μιλούν και συμπεριφέρονται. Προέρχονται από τα κατακάθια του κομματικού σωλήνα: άνθρωποι, οι οποίοι απέκτησαν πανεπιστημιακό πτυχίο με το δημοκρατικό πέντε του κομματικού υπαλλήλου· άνθρωποι, οι οποίοι ποτέ τους δεν εργάσθηκαν, αλλά διορίστηκαν απευθείας σε θέσεις που επινοήθηκαν και υφίστανται γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό στον χαοτικό δημόσιο τομέα· εν ολίγοις, άνθρωποι οι οποίοι σκαρφάλωσαν γλείφοντας και έρποντας μέσα στο σύστημα της μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας.

Ας μην παρασύρομαι όμως από την απέχθεια την οποίαν μου προξενεί το είδος που περιγράφω παραπάνω, διότι υπάρχουν και σοβαρότατοι, αξιόλογοι άνθρωποι, με πλήρη επίγνωση της κατάστασης (άλλο αν η κρατούσα πασοκαρία τούς αποπέμπει από το κυλικείο της Βουλής...), όπως επίσης υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις, ακόμη και σε δύσκολες περιφέρειες της ημιαγρίας ελληνικής επαρχίας. Ωστόσο, ελλείψει πραγματικής ηγεσίας, τον τόνο δίνουν οι κακοί και οι μέτριοι, με αποτέλεσμα στην κυβερνώσα παράταξη να επικρατούν δύο παραλλαγές της ίδιας στάσης: είτε η επίμονη άρνηση της πραγματικότητας είτε η –ακόμη χειρότερη– δήθεν αποδοχή της πραγματικότητας, με σκοπό «να την σκαπουλάρουμε τώρα και βλέπουμε». Γιατί;

Διότι αυτοί που μας κυβερνούν (όπως και οι άλλοι, της «γαλάζιας πασοκαρίας», που περιμένουν να μας κυβερνήσουν και δηλώνουν διατεθειμένοι να κάνουν ξανά και ξανά εκλογές, ώσπου να τους ψηφίσουμε...) δεν θέλουν να αλλάξουν το κράτος, δεν θέλουν να το μειώσουν, δεν θέλουν να κλείσουν τις μαύρες τρύπες του, επειδή απλούστατα δεν θέλουν να αλλάξουν το κόμμα, δηλαδή την πηγή της εξουσίας τους. Για τον λόγο αυτόν, ακολουθούν το λαϊκό αίσθημα και αγνοούν την κοινή γνώμη.

Πάρτε το παράδειγμα του Ευάγγελου Βενιζέλου και των δηλώσεων που έκανε μετά την Κυβερνητική Επιτροπή της περασμένης Κυριακής: «Εμείς με πολύ μεγάλη χαρά (sic) θα παρουσιάζαμε πρόγραμμα φοροαπαλλαγών ή παροχών (sic), ιδίως για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Γι’ αυτό, αυτό που θέλουμε είναι όσο το δυνατόν γρηγορότερα η ελληνική οικονομία να είναι ξανά σε θέση να αποκαταστήσει αδικίες και να κάνει τέτοιου είδους πολιτικές. Αλλά για να έρθει κάποτε, το ταχύτερο, αυτή η ώρα πρέπει τώρα να είμαστε σοβαροί». Με απλά λόγια: να τα βολέψουμε τώρα και, στο μέλλον, θα ξανάρθουν οι περιώνυμες «καλύτερες μέρες», όπως τις ξέραμε και με τα μέσα που τις εξασφαλίζαμε. (Εύλογο από την πλευρά του στενού προσωπικού συμφέροντός τους. Διότι, αν το κράτος αλλάξει και οι δυνάμεις της οικονομίας απελευθερωθούν, τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από αυτή στην οποίαν οδηγούν σήμερα δεκάδες χιλιάδες υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα. Θα καταντήσουν σαν τους στρατηγούς και τους διπλωμάτες της Αλβανίας του Χότζα, που έγιναν νυχτοφύλακες...)

Εξ ου, λοιπόν, η κυβερνητική στασιμότητα των τελευταίων μηνών, όσο πλησιάζουμε στην ώρα των δεινών και αναπόφευκτων αποφάσεων. Εξ ου ο αυτοσχεδιασμός των παλαβών φορολογικών μέτρων και η δειλία των non-paper, με τα οποία γνωστοποιείται νυχτιάτικα η απόφαση της εφαρμογής του ψηφισθέντος Μεσοπροθέσμου. Τέλος, εξ ου και το όνειρο των πρόωρων εκλογών, το οποίο πολύ περισσότεροι το σκέπτονται και το συζητούν από όσους τολμούν να το θέσουν ευθέως και δημοσίως. (Βλέπετε, ξέρει ο κάθε Σκανδαλίδης και ο κάθε Πονηρίδης του ΠΑΣΟΚ ότι θα διασώσουν τουλάχιστον την πολυτελή θέση στο Δημόσιο. Τη χώρα; Μπροστά εμείς και πίσω δεν ***! Ελπίζω να γίνομαι αντιληπτός...)

Με την κατάσταση ως έχει όμως, όσο και αν οι ξένοι θέλουν να σώσουν την ωραιότερη χώρα του κόσμου –που, ως γνωστόν, κατοικείται από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου– τίποτε δεν σώζεται. (Eκτός αν οι ξένοι αναλάβουν πλήρως τη διοίκηση της χώρας, που γεννήθηκε από το αίμα Βρετανών, Γάλλων και Ρώσων ναυτών στο Ναυαρίνο το 1828 – αλλά αυτό ας το αφήσουμε για ένα άλλο σημείωμα...) Ωστόσο, είναι κρίμα! Διότι, παρά τις ωδίνες της μετάβασης από το παλιό στο καινούργιο, η ευκαιρία για το ΠΑΣΟΚ να αναδιαμορφώσει το πολιτικό τοπίο του μέλλοντος είναι τεράστια. Υπό την προϋπόθεση, ασφαλώς, ότι θα θελήσει να αναμορφώσει τον εαυτό του, αφήνοντας πίσω την κοινωνική σαβούρα και διεκδικώντας την εκπροσώπηση των δυναμικών στρωμάτων που μπορούν να πάνε τη χώρα μπροστά. (Αναφέρομαι στο ΠΑΣΟΚ, όχι επειδή κόπτομαι για την τύχη του –κάθε άλλο μάλιστα– αλλά επειδή αυτό μας κυβερνά σήμερα. Αν μας κυβερνούσε η Ν.Δ., θα είχε και αυτή την ίδια ακριβώς ευκαιρία...)

Οσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ψοφοδεής στάση των κυβερνώντων, η άρνησή τους να δεχθούν την πραγματική «αφήγηση» του προβλήματος και της λύσης του, καθώς και η αδιαφορία τους για τον αστικό πολιτικό χώρο ή αστικό «κέντρο», που σήμερα δεν εκφράζεται, ευνοεί μόνον την καθυστερημένη Αριστερά του τόπου: σταλινική, νεοσταλινική ή κρυπτοσταλινική – διότι μόνον αυτές διαθέτουμε. Εκ των πραγμάτων, δε, ευνοεί και μια μπρουτάλ, αναχρονιστική Δεξιά, η οποία αναγκαστικά θα δημιουργηθεί, εφόσον γιγαντωθεί επικίνδυνα η Αριστερά. (Μιλούμε, δηλαδή, για άγρια πόλωση σε συνθήκες Βαϊμάρης...) Βέβαια, η λύση που φαντάζομαι είναι μάλλον ανέφικτη, διότι προϋποθέτει την ύπαρξη ηγετών του βεληνεκούς μιας Θάτσερ ή ενός Μπλερ, ενώ εμείς οι δυστυχείς έχουμε Γεωργάκην και Αντωνάκην...