30.9.11

Η διάλεκτος του αδιεξόδου



* άρθρο του Στάθη Ν. Καλύβα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Yale, στην Καθημερινή της Κυριακής 18.09.2011

Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να πέρασε από ελληνικό πανεπιστήμιο μετά το 1974 και να μη βίωσε τουλάχιστον μια κατάληψη. Το ίδιο μάλλον ισχύει και για όσους πέρασαν από κάποιο δημόσιο σχολείο (τονίζω το δημόσιο). Καταλήψεις σε εποχές ευμάρειας, καταλήψεις και σε δύσκολες εποχές, καταλήψεις πάντα, καταλήψεις παντού. Μια ρουτίνα. Αντίθετα, στα είκοσι σχεδόν χρόνια που διδάσκω σε αμερικανικά πανεπιστήμια (και που συνεργάζομαι τακτικά με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια) δεν έχω ζήσει ούτε μία κατάληψη. Καταλήψεις γίνονται περιστασιακά σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, αλλά σπάνια θα συναντήσει κανείς αυτόν τον ιδιότυπο συνδυασμό συχνότητας και έντασης που απέκτησε το φαινόμενο στην Ελλάδα. Πρόκειται δηλαδή για μιαν ακόμη ελληνική πατέντα. Ως τώρα μπορούσαμε να την αντιμετωπίζουμε ως μιαν ακόμη χαριτωμένη περίπτωση εθνικού φολκλόρ. Οχι πια. Η εποχή των ψευδαισθήσεων και των αυταπατών παρήλθε οριστικά.

Με δεδομένες τις επιδόσεις μας στο σπορ, διαθέτουμε την σπάνια ευχέρεια της παρατήρησης των επιπτώσεών του σε βάθος χρόνου, ως προς την χώρα γενικά και ως προς τους ανθρώπους. Αρκετοί από αυτούς έστησαν πολιτικές καριέρες (Παπουτσής, Τσίπρας), ενώ οι περισσότεροι κάπου τρύπωσαν τελικά, εξαργυρώνοντας έτσι τον συνδυασμό ημιμάθειας και αλαζονείας που απέκτησαν στο πανεπιστήμιο και μετατρέποντάς τον σε ένα μόνιμο εισόδημα άμεσης ή έμμεσης κρατικής προέλευσης. Οπως δηκτικά θυμίζει η Σώτη Τριανταφύλλου, η επαναστατική φάρσα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την μεταμφίεση μιας ασυγκράτητης επιδίωξης βολέματος: «Στη Φυσικομαθηματική, καθώς δεν κάναμε μαθήματα, ούτε εργαστήρια, στήναμε καβγάδες, δήθεν πολιτικούς: οι αμπεχονοφόροι φοιτητές έκαναν αποχές και καταλήψεις». Ο πραγματικός στόχος; «Προπάντων, να μην κουραζόμαστε· να πάρουμε ένα ρημαδοπτυχίο, να βρούμε μια ρημαδοθέση, όπως βρήκαν οι ψωνισμένοι και ημιμαθείς καθηγητές μας, καθώς και οι υποτακτικοί των ψωνισμένων και ημιμαθών καθηγητών μας».

Στην πορεία, όλοι αυτοί μεταλαμπάδευσαν την ιδεολογία τους, χρεοκοπώντας μιαν ολόκληρη χώρα. Και τι ειρωνεία! Τώρα τα κατεξοχήν θύματά τους, οι επόμενες γενιές, τους μιμούνται. Είναι η μόνη γλώσσα στην οποία μπορούν να εκφράσουν το αδιέξοδο που κληρονόμησαν. Αυτήν έμαθαν μόνο… Ετσι όμως, αναπαράγουν την λογική που τους οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο. Ποιο είναι το πανεπιστήμιο που υπερασπίζονται; Αυτό που πατώνει σε όλες τις διεθνείς κατατάξεις, αυτό που τους προσφέρει ελάχιστα εφόδια για το μέλλον, τίποτα παραπάνω από ψευδεπίγραφα πτυχία που παλιότερα άνοιγαν την πόρτα ενός Δημοσίου που πλέον κατέβασε τα ρολά. Αν κάποιοι φοιτητές έχουν ίσως το ελαφρυντικό της άγνοιας (όχι όλοι: υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται στις καταλήψεις!), δεν ισχύει το ίδιο για όσους, καθηγητές, πρυτάνεις και πολιτικούς, τους υποδαυλίζουν.

Δεν μπορώ να περιγράψω την ουσία του πανεπιστημίου αυτού καλύτερα απ’ ό,τι ένας γνωστός μου νέος επιστήμονας, που μου έγραφε τα εξής: «Οταν επέστρεψα προ δύο ετών στην Ελλάδα, ευελπιστώντας να προσφέρω στον τόπο μου, αδυνατούσα να φανταστώ ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς μου, του χρόνου μου και των ψυχικών μου αποθεμάτων θ’ αφορούσε την επιβίωσή μου σε μια ιεραρχική γραφειοκρατική δομή όπου ανταμείβονται όσοι απευθύνονται ευφυώς στον ναρκισσισμό και την αυταρέσκεια των ανωτέρων μελών ΔΕΠ. Σ’ ένα περιβάλλον αριστερόστροφων αργόσχολων όπου κυριαρχεί και επιβραβεύεται η διανοητική οκνηρία, η έλλειψη εργασιακού, και όχι μόνο, ήθους, η ευτέλεια και η έλλειψη παιδείας, τα οποία μάλιστα εκλογικεύονται και νομιμοποιούνται με την χρήση “προοδευτικών” ιδεολογημάτων, η αίσθηση μοναξιάς είναι δυσβάσταχτη. Αυτή η αίσθηση εντείνεται από την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία γνωστικού υποβάθρου και ενδιαφέροντος από την συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών οι οποίοι αντιλαμβάνονται το πανεπιστήμιο ως κέντρο μεταλυκειακής εκπαίδευσης που διεξάγει σε τακτά χρονικά διαστήματα εξετάσεις. Εγκλωβισμένοι οι φοιτητές ανάμεσα στην δύση της παιδικής ηλικίας και την ανατολή της ενηλικίωσης για την οποία δεν τους έχει προετοιμάσει κανείς, εξακολουθούν και κινούνται λόγω αδράνειας αβοήθητοι προς ένα μέλλον που τους τρομάζει. Αυτή η παραμονή στην παιδική ηλικία τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την ανεπάρκεια, απάθεια και αδιαφορία των καθηγητών, με αποτέλεσμα την επικράτηση ενός γενικευμένου κομφορμισμού που αρχίζει πλέον να μετατρέπεται σε κυνισμό. Δεν έχω απάντηση στο ερώτημα πώς ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης οδήγησε σε μια τέτοια υποβάθμιση της παιδείας. Γνωρίζω όμως ότι σε αυτή την κατάσταση είναι υποχρεωμένος κανείς ν’ αφομοιωθεί όχι μόνο προκειμένου να επιβιώσει ψυχικά και υλικά, αλλά κυρίως επειδή είναι αδύνατον να παραμείνει αδιάβροχος, φενακιζόμενος ότι διασώζει την διαφορετικότητά του στηλιτεύοντας την πραγματικότητα».

Παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις, το ελληνικό πανεπιστήμιο ούτε την παιδεία καλλιεργεί, ούτε εφόδια παρέχει στους φοιτητές. Δεν έχω την ψευδαίσθηση πως ο νέος νόμος θα αποτελέσει την απαραίτητη τομή. Τουλάχιστον επιχειρεί ένα απαραίτητο συμμάζεμα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το θεμελιώδες οικονομικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι ούτε το χρέος ούτε το έλλειμμα. Είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, δίχως την οποία η χώρα είναι καταδικασμένη στη φτώχεια. Για να γίνουμε ανταγωνιστικοί χρειαζόμαστε ποιοτική παιδεία. Διατηρώντας στη ζωή το σημερινό πανεπιστήμιο απλά εξασφαλίζουμε πως θα βυθιστούμε ακόμη πιο βαθιά.