26.9.11

Πόλεμος εναντίον του πολίτη



* άρθρο του Νίκου Κωνσταντάρα, στην Καθημερινή της Κυριακής 11.09.2011

Ενας πόλεμος τελειώνει όταν η μία πλευρά επικρατήσει ή όταν και οι δύο εξαντληθούν σε σημείο που να αποδέχονται συμβιβασμούς που παλαιότερα θεωρούνταν απαράδεκτοι. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε στο σημείο όπου κάποιοι είναι εξαντλημένοι, ενώ άλλοι επιμένουν στα χαρακώματα - μερικοί επειδή υποστηρίζουν αλλαγές αλλά οι περισσότεροι επειδή θέλουν να τις αποτρέψουν. Είναι ένας πόλεμος με πολλά μέτωπα, χωρίς καθαρές διαχωριστικές γραμμές, με οργανωμένους στρατούς, άτακτες ομάδες και μοναχικούς πολίτες. Είναι σαν να είμαστε αποπροσανατολισμένοι και φοβισμένοι, ύστερα από μια ήττα που δεν έχουμε καταλάβει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ίδια έλλειψη ηγεσίας που μάς οδήγησε εδώ συντηρεί τη σύγχυση και εμποδίζει τη διέξοδο από την κρίση. Η έλλειψη ηγεσίας ισχύει και για την Ελλάδα και για την Ευρώπη, όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο αλλά και στο οικονομικό και το κοινωνικό.

Στον πόλεμο συνήθως γνωρίζουμε ποιοι είναι από τη μία πλευρά και ποιοι από την άλλη. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι τα αιώνια θύματα -και στις δύο πλευρές- είναι οι απλοί πολίτες. Ετσι και σήμερα. Οι Ελληνες πολίτες έχουν υποστεί απανωτές ανατροπές. Είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν με λιγότερα έσοδα και περισσότερα έξοδα· είναι δακτυλοδεικτούμενοι διεθνώς για την εθνική αποτυχία και ταλαιπωρημένοι καθημερινώς από τις αντιδράσεις των συμπολιτών τους.

Ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με τον Ευρωπαίο φορολογούμενο, ο οποίος δυσανασχετεί με την συνεισφορά του στη διάσωση της Ελλάδας, και την ίδια ώρα είναι απροστάτευτος από την επιπολαιότητα των πολιτικών του και τον πανικό των επιχειρηματιών. Εντός συνόρων, η κυβέρνηση σηκώνει μόνη της το βάρος των υποσχέσεων προς τους εταίρους, διεθνώς, είναι απομονωμένη επειδή δεν τηρεί τις υποσχέσεις αυτές. Δρα σπασμωδικά, και ενώ αυξάνει τους φόρους δεν καταφέρνει να στηρίξει την ανάπτυξη, δεν πείθει τους πολίτες ότι η ίδια πιστεύει στην πολιτική της και ότι θα οδηγήσει τον λαό έξω από την έρημο. Ετσι, ο λαός δυσπιστεί. Οσο η κυβέρνηση διστάζει, τόσο αυξάνονται οι επικρίσεις στο εξωτερικό.

Επειδή λίγοι Ελληνες έχουν πειστεί ότι οι αλλαγές θα οδηγήσουν σε σωτηρία, όσοι μπορούν να αντισταθούν αντιστέκονται. Γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει ούτε την πίστη ούτε την πυγμή να επιμείνει, οργανωμένες ομάδες κάνουν αυτό που έκαναν για πολλά χρόνια: πιέζουν τους πολλούς για να πετύχουν τους δικούς τους στόχους. Εθισμένη σε τέτοιες συμπεριφορές, η κοινωνία δεν αντιδρά, υπομένει, ελπίζει ότι θα αντέξει, ότι κάτι θα προκύψει και θα ξυπνήσει σαν από κακό όνειρο.

Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν ο καθένας καταλάβει ποιο είναι το δικό του συμφέρον ή όταν δεν αντέχει άλλο το κόστος της σημερινής κατάστασης. Για παράδειγμα, στον χώρο της εκπαίδευσης άρχισαν για πολλοστή φορά οι καταλήψεις και οι καθυστερήσεις. Η διαφορά είναι ότι η οικονομική κρίση δεν επιτρέπει σε φοιτητές να χάνουν εξάμηνα με την «ευκολία» που τα έχαναν έως τώρα, οι οικογένειές τους δεν μπορούν να τους χρηματοδοτούν επ’ άπειρον. Ετσι, και οι έμποροι δεν αντέχουν το κλείσιμο των δρόμων από διαδηλώσεις, τον ανταγωνισμό των λαθρεμπόρων και τις απανωτές κυβερνητικές αστοχίες. Το κλίμα «αδικίας» που καλλιεργείται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας εναντίον των κυβερνητικών μέτρων απενοχοποιεί όλο και περισσότερους που αντιστέκονται, και ενθαρρύνεται από τις απλοϊκές καταγγελίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτό υπονομεύει όποια προσπάθεια μεταρρύθμισης και ανάκαμψης. Δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής αντιδικίας. Ενα απλό παράδειγμα: από τον επιχειρηματία έως τον συνταξιούχο του ΙΚΑ, πολίτες καταγγέλλουν ότι τον τελευταίο χρόνο οι συναλλαγές τους με τις κρατικές υπηρεσίες έγιναν ακόμη πιο δύσκολες: ο υπάλληλος που αισθάνεται αδικημένος δικαιολογεί την κακή του συμπεριφορά απέναντι σε ανθρώπους που θα έπρεπε να βοηθάει. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τείνουμε να ξεχάσουμε ότι η αντίδρασή μας δεν τιμωρεί το απρόσωπο κράτος (ή την τρόικα), αλλά τους συμπολίτες μας, τους ίδιους τους εαυτούς μας. Η μία αδικία φέρνει την άλλη.

Ο πολίτης τα βλέπει αυτά. Βλέπει και την αγωνία ξένων κυβερνήσεων να θωρακίσουν τις τράπεζές τους έναντι του χρέους μας και να αφήσουν την Ελλάδα να βουλιάξει μόνη της. Αισθάνεται απελπιστικά μόνος. Εάν οι ηγέτες της χώρας και της Ε.Ε. δεν λάβουν υπ’ όψιν τις ανάγκες και τους φόβους των πολιτών, αν δεν τους πείσουν, το μέλλον θα είναι ακόμη πιο δύσκολο.