17.9.11

Πώς φθάσαµε στη χρεοκοπία



* άρθρο του Γιάννη Μαρίνου στο Βήμα της 11.09.2011

Επειδή επιµένουν οι διαµαρτυρόµενοι και οι αγανακτισµένοι να παριστάνουν ότι δεν ήξεραν και ότι εν αγνοία τους ανέχονταν την καταλήστευση του προϋπολογισµού (δηλαδή των όσων πλήρωναν οι φορολογούµενοι), θα επιµείνω κι εγώ. Το ότι δεν υπάρχουν λεφτά, το ότι είµαστε κατάχρεοι και βρισκόµαστε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας δεν έχει κουρασθεί η πένα του γράφοντος να τονίζει από τη δεκαετία του ‘80, οπότε ικανοποιήθηκαν και έκτοτε ικανοποιούνται όλα τα αιτήµατα των τάξεων που µπορούν να ασκήσουν πίεση στα κυβερνητικά κόµµατα και από τον τρόµο του πολιτικού κόστους που ασκεί ο εκθεµελιωτικός λαϊκισµός της Αριστεράς και των περισσότερων ΜΜΕ, όπως και οι εκβιασµοί των συνδικαλιστών του µονοπωλιακού δηµόσιου τοµέα. Θυµίζω όσα έγραφε πριν από 150 χρόνια ο Ροΐδης, καθώς και την πριν από 100 χρόνια εκβιαστική απεργία των λιµενεργατών του Πειραιά. Μία ακόµη αναδροµή στο παρελθόν µπορεί να πείσει και τους πιο δύσπιστους. Αντιγράφω και πάλι από κύριο άρθρο της «Εστίας», το οποίο δηµοσιεύθηκε στις 16 Νοεµβρίου 1929:

«Είναι αναµφισβήτητον ότι το Ελληνικόν κράτος κατά τα τελευταία αυτά έτη κινδυνεύει να εξουθενωθεί τελείως και να υποκύψει προ των Ελληνικών “µπουλουκιών”.

Κάθε οµάς ανθρώπων, συνδεοµένων από κοινά συµφέροντα και µόνον, συγκροτεί µίαν οργάνωσιν, εξασφαλίζει µερικούς δηµοσιογραφικούς ή κοινοβουλευτικούς υποστηρικτάς και υπαγορεύει έπειτα τας θελήσεις της εις το Κράτος. Αλοίµονον δε εις εκείνον, υπουργόν, δηµόσιον λειτουργόν, ή δηµοσιογράφον, ο οποίος θα ετόλµα, όχι µόνον να αντιταχθή, αλλά και να µη υποστήριξη τας αξιώσεις, αι οποίαι προεβάλλοντο. Η δύναµις των οµάδων εις την Ελλάδα έχει καταστή καταπληκτική. Και αι παραδοξότεραι των αξιώσεων κατορθώνουν να εµφανίζωνται ως δίκαιαι και να αναγνωρίζωνται αµέσως από το πτήσσον και πανικόβλητον Κράτος. Εάν τυχόν η αξίωσις είναι περισσότερον του δέοντος εξωφρενική, εάν η Κυβέρνησις καταλαµβάνεται υπό δισταγµών και προτάσσει αντιρρήσεις, αρκεί µια θορυβώδης διαδήλωσις εις τους δρόµους, διά να εγκαταλειφθούν αµέσως αι αντιρρήσεις και να συνθηκολογήσει το Κράτος.

Υπό τοιαύτας συνθήκας, ολόκληρος σχεδόν ο πληθυσµός της Ελλάδος µεταβάλλεται εις µπουλούκια, τα οποία συγκροτούµενα εις Επιτροπάς, Εκτελεστικά Συµβούλια, Γενικάς Συνελεύσεις, ή Συνοµοσπονδίας περιέρχονται τα υπουργικά και δηµοσιογραφικά γραφεία, διά την επιδίωξιν µιας αποζηµιώσεως, ενός ειδικού φόρου, ενισχυτικού της οργανώσεώς των, ενός νέ ου δανείου, ενός οικοδοµικού συνεταιρισµού. Ποίος Ελλην θα ηρνείτο να αποτελέση µέρος µιας τοιαύτης οργανώσεως, όταν ως ανταµοιβήν διά τας ολίγας ώρας της αναµονής εις τους υπουργικούς προθαλάµους θα ελάµβανε παρά του Κράτους ένα προνόµιον, µίαν καλήν αποζηµίωσιν, µίαν σύνταξιν, ή ένα ωραίον οικόπεδον;

Τα αποτελέσµατα της τροµεράς αυτής συνήθειας είναι δύο ειδών: Πρώτον, ότι το Ελληνικόν Κράτος χρεώνεται έως τον λαιµόν διά να κατορθώση να αντεπεξέλθη εις όλας αυτάς τας αξιώσεις και να ικανοποίηση όλας αυτάς τας ορέξεις, επιβαρύνει συνεχώς τον προϋπολογισµόν του µε µεγάλα κονδύλια και υπερφορτώνει την αγοράν της χώρας κατά τρόπον µοιραίως δήµιουργούντα οικονοµικήν κρίσιν. Αφ’ ετέρου, οι πολίται, κακοσυνηθίζοντες από την εξαιρετικήν αυτήν υποχωρητικότητα του Κράτους, εγκαταλείπουν τας παραγωγικάς των εργασίας διά να επιδίδωνται εις την ολιγώτερον κοπιαστικήν και περισσότερον κερδοφόρον εργασίαν της αναµονής εις τα Πολιτικά Γραφεία και τους υπουργικούς προθαλάµους. Υπάρχουν ήδη µυριάδες Ελλήνων που µόνον από κρατικάς επιχορηγήσεις, αποζηµιώσεις και επιδόµατα ζουν» .


Μπορεί αυτά να συνέβαιναν το 1929, αλλά η περιγραφή αποδίδει και το σήµερα. Η κατάρα της αποµύζησης του Κράτους από τους εκβιάζοντες και από τους υποκύπτοντες µετά τρόµου πολιτικούς µας είναι καταφανώς διαχρονική. Ας σηµειωθεί ότι το άρθρο αυτό της «Εστίας» εγράφη λόγω εκβιασµού σε βάρος της κυβερνήσεως από λεµβούχους και εισπράκτορες, αλλά ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αρνήθηκε να υποκύψει. Ωστόσο τις επόµενες εκλογές τις έχασε ο εθνάρχης και οδηγηθήκαµε βαθµιαία στη δικτατορία Μεταξά.