29.8.11

Περί ελληνικής επαρχίας



* άρθρο του Άγγελου Στάγκου από την Καθημερινή της 24.08.2011

Η επιστροφή από τις διακοπές και η ολοκλήρωση της θερινής περιόδου επιτρέπει και οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, σχετικά με την εικόνα και την κατάσταση που επικρατεί σε γενικές γραμμές στην ελληνική επαρχία. Δεν είναι όλες οι πόλεις, οι κωμοπόλεις και τα χωριά ίδια, σε όλες τις γωνιές και τα πέρατα της επικράτειας, ούτε είναι ίδια και η συμπεριφορά των ανθρώπων. Υπάρχουν τοπικές συνήθειες, ήθη και λειτουργίες, όπως πολλά εξαρτώνται από τις επιδόσεις, τις γνώσεις και την ανοχή των τοπικών αρχών και όλα αυτά μαζί σηματοδοτούν διαφοροποιήσεις. Ομως, σε μια ομογενοποιημένη, σε πολύ μεγάλο βαθμό, ελληνική κοινωνία υπάρχουν γενικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τη δημιουργία στερεοτύπων και αυτά με τη σειρά τους απεικονίζουν πραγματικότητες.

Η πρώτη και κύρια λοιπόν πραγματικότητα είναι ότι στην αγνή ελληνική επαρχία η ανομία και η παραβατικότητα είναι μεγάλη και ανεκτή από τις τοπικές κοινωνίες. Ισως μεγαλύτερη και περισσότερο ανεκτή εκεί, παρά στις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Και δεν εννοούμε την ανομία και την παραβατικότητα που σχετίζονται με το κοινό ποινικό έγκλημα, αλλά εκείνη που διαπράττεται από απλούς νοικοκυραίους στην καθημερινότητά τους. Αλλωστε, είναι και κοινωνικά παρατηρημένο ότι η έκταση της ανομίας αυξάνεται κατ’ αναλογία της απόστασης από το κέντρο των αποφάσεων, δηλαδή από την πρωτεύουσα. Στην Ελλάδα, όμως, επειδή οι αποστάσεις είναι σχετικά μικρές, η ελλειμματική εφαρμογή των νόμων και των κανόνων στην επαρχία δεν επηρεάζεται και τόσο από αυτές.

Είναι βέβαιο ότι οι «παραθεριστές» διαπίστωσαν για άλλη μια φορά φέτος πόσο εκτεταμένη είναι η φοροδιαφυγή στην επαρχία και ότι δεν περιορίζεται μόνο στα εστιατόρια και τα μπαρ, αλλά φτάνει ώς τα… φαρμακεία. Προ εβδομάδων, η «Καθημερινή» δημοσίευσε τις διαπιστώσεις κλιμακίων του ΣΔΟΕ από ελέγχους που έκαναν σε διάφορα τουριστικά θέρετρα, όπου κατά μέσο όρο η φοροδιαφυγή έφθανε στο 75% - 80%. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, η φοροδιαφυγή συνδυάζεται με αργομισθία σε κάποιο φορέα του Δημοσίου. Οσοι δε είχαν τη μοναδική εμπειρία να κτίσουν ή να επιδιορθώσουν σπίτι, γνωρίζουν πολύ καλά ότι όχι μόνο καμία συναλλαγή σχεδόν δεν γίνεται με αποδείξεις ή τιμολόγια, αλλά και η ποιότητα των εργασιών από τους ντόπιους μάστορες είναι πολύ συχνά τόσο κακή που κάθε εργασία χρειάζεται να ξαναγίνει. Οσο για την χρονική συνέπεια, αυτή δεν υφίσταται καν ως έννοια.

Δείγμα της νοοτροπίας που επικρατεί επίσης στην επαρχία είναι η πλήρης σχεδόν αδιαφορία ακόμη και για τη στοιχειώδη τήρηση κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Κανείς νέος αναβάτης μηχανής δεν φοράει κράνος, πολύ συχνά τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες σε κατοικημένες περιοχές, ακόμη συχνότερα οι εξατμίσεις είναι εξαιρετικά θορυβώδεις σε ένδειξη «μαγκιάς» και δεν γίνεται συζήτηση για σεβασμό σε σήματα και μονοδρόμους. Κάπως έτσι οδηγούν και οι γονείς τους φυσικά, αλλά το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά και πολλές ακόμη παντοειδείς αυθαιρεσίες γίνονται κάτω από το «άγρυπνο» μάτι των τοπικών αστυνομικών αρχών. Από τη μία πλευρά υπάρχει η έντονη αίσθηση της κοινωνικής πίεσης στην ατμόσφαιρα, από την άλλη πλευρά τα «αστυνομικά όργανα», είτε δεν γνωρίζουν τους νόμους είτε διαφωνούν με αυτούς… Για να μην ξεχνάμε και τις εκλεγμένες τοπικές διοικήσεις και νομενκλατούρες που σπανιότατα είναι φωτισμένες.

Ενδεχομένως κάποιοι να υποστηρίξουν ότι η ελληνική επαρχία δεν είναι χειρότερη από την Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις. Αναμφίβολα, το πνεύμα του επαρχιωτισμού ζει και βασιλεύει και σε αυτές, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν εκεί τμήματα του πληθυσμού που απαιτούν, αντιδρούν και αρνούνται να υποτάξουν την αισθητική τους μπροστά στην ανομία και την παραβατικότητα. Ε, κάτι τέτοιο είναι σπάνιο στην ελληνική επαρχία.