27.8.11

Λίγο περισσότερη αλήθεια δεν θα έβλαπτε



Διαβάστε έναν πρώτο, γενικό, σχολιασμό του «περιβόητου» νέου νόμου πλαισίου για τα ΑΕΙ που ψηφίστηκε από όλες της πολιτικές δυνάμεις πλήν της παλαβής και της παλαιολιθικής αριστεράς από τον Στέφανο Κασιμάτη στην Καθημερινή της 24.08.2011... Το πρώτο δικό μου σχόλιο επί του θέματος, όπως το ανέβασα στη σελίδα μου μου στο facebook, ήταν «Break... Επιτέλους καταργείται το κυλώνειον άγος του ασύλου της παρανομίας στα Πανεπιστήμια, η ελληνική επικράτεια ξαναγίνεται ενιαία και όποιος παραβαίνει το νόμο θα υφίσταται τις συνέπειες... Διότι δεν είναι ελευθερία έκφρασης τα τσαντήρια των Αφγανών στα Προπύλαια, ούτε οι μαύροι μετανάστες με τα σεντόνια των λαθραίων, ούτε τα πρεζόνια που χτυπούν τη δόση τους μέρα μεσημέρι στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο...». Από κει και πέρα, στα θετικά του νέου νόμου είναι η προσπάθεια απελευθέρωσης των πανεπιστημίων από τον κομματικό εναγκαλισμό, η προσπάθεια σύνδεσης τους με την αγορά και την κοινωνία, η προσπάθεια σύνδεσης της χρηματοδότησης τους με το αποτέλεσμα μέσα από ανεξάρτητες αξιλογήσεις. Μιλάω απλώς για προσπάθεια γιατί μεταξύ πρώτης έκδοσης του νομοσχεδίου και τελικής έχω δει αρκετές υποχωρήσεις υπέρ των σημερινών κατεστημένων της ανώτατης εκπαίδευσης (π.χ. τα μέλη του Συμβουλίου θα πρέπει να μην εργάζονται/εξετάζουν στο ίδρυμα που θα διοικούν, μίνιμουμ «προσόντων» επιλογής των εξωπανεπιστημιακών ώστε να προωθείται η αριστεία και άλλα), επιπλέον λόγω καλοκαιριού η ξεκούραση προείχε της ενδελεχούς ανάγνωσης και συζήτησης επί ενός νομοσχεδίου, άρα θα επανέλθω αναλυτικά στο εγγύς μέλλον.

«Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση του 1982, ήρθε η στιγμή για μια νέα ριζική αλλαγή που αλλάζει το σημερινό μοντέλο και ανταποκρίνεται στις προκλήσεις και τις ανάγκες της χώρας και της εποχής». Προσέξτε με τι βελούδινο τρόπο εξηγεί η υπουργός Παιδείας (σε προχθεσινό άρθρο της) την ανάγκη η οποία υπαγορεύει το νομοσχέδιό της για τα πανεπιστήμια. Μας λέει, εν ολίγοις, ότι έκαναν τότε τη μία μεταρρύθμιση και τώρα κάνουν και την άλλη. Είναι τόσο απλά και ωραία τα πράγματα στην εξήγηση της κυρίας Διαμαντοπούλου, ώστε ο άσχετος με το θέμα θα νόμιζε ότι η σχέση των δύο μεταρρυθμίσεων είναι συμπληρωματική, ενώ στην πραγματικότητα όλοι ξέρουν ότι είναι αντιθετική. Ολοι ξέρουν ότι το νομοσχέδιό της είναι μια προσπάθεια –μέχρι στιγμής αξιόλογη και σοβαρή– είτε για να ανατραπούν πολλά από αυτά που καθιέρωσε ο νόμος– πλαίσιο του 1982 και τα οποία ευθύνονται για τον εκπεσμό της Ανωτάτης Παιδείας στο σημερινό χάλι είτε για να αντιμετωπισθούν οι συνέπειές τους.

Ολοι το ξέρουν πια! Ομως, η κυρία Διαμαντοπούλου προτιμά να παριστάνει ότι το αγνοεί, ελπίζοντας ότι το ίδιο θα κάνει και το ακροατήριό της. Φυσικά, η ίδια δεν το πιστεύει κιόλας –είναι πολύ έξυπνη γυναίκα για να της συμβαίνει αυτό... Ωστόσο, είναι υποχρεωμένη να μην επιδεικνύει την παραμικρή ασέβεια ή αμφισβήτηση έναντι των ιερών και των οσίων της δεκαετίας του 1980, διότι, παρά τους δεκαέξι μήνες όπου η χρεοκοπημένη Ελλάδα επιζεί με δανεικά, το ΠΑΣΟΚ ακόμη δεν έχει λύσει το υπαρξιακό του: ακόμη δεν έχουν χωνέψει ότι –καλώς ή κακώς– σε αυτούς έπεσε ο κλήρος να διορθώσουν στρεβλώσεις, τις οποίες οι ίδιοι θεμελίωσαν. Αυτή είναι η πραγματικότητα την οποία αδυνατεί να δεχθεί το ΠΑΣΟΚ και, γι’ αυτό, παραφράζοντας τον Καβάφη, είν’ οι προσπάθειες τους, των συφοριασμένων· είναι οι προσπάθειες τους σαν των Τρώων.

Η αδυναμία της υπουργού Παιδείας να βρει τις λέξεις για να συνδέσει το παρελθόν και το σήμερα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι προσωπική. Είναι πρόβλημα της κυβέρνησης, είναι αυτό που οι έχοντες επίγνωση στην κυβέρνηση ονομάζουν «απουσία αφήγησης για την κρίση». Οσο υφίσταται στον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ αυτό το κενό μεταξύ του τότε και του τώρα, το ίδιο δεν έχει τίποτε να κερδίσει. Αποξενώνει τους προβληματισμένους πολίτες από τα λεγόμενα δυναμικά στρώματα, οι οποίοι δεν ανέχονται να τους υποτιμά τη νοημοσύνη η κυβέρνηση, ούτε και ικανοποιεί όμως εκείνο το παραδοσιακό κοινό του ΠΑΣΟΚ, που ο Σαββόπουλος το έλεγε «οι δασύτριχοι πολίτες» –αυτοί, ούτως ή άλλως, τρέφονται με ωμές μπριζόλες και ικανοποιούνται μόνον με διορισμούς στο Δημόσιο και αυξήσεις. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι η βολική άγνοια του ΠΑΣΟΚ για το παρελθόν εν τέλει υπονομεύει τις όποιες μεταρρυθμίσεις επιχειρεί τώρα. Οταν το ΠΑΣΟΚ δεν αναγνωρίζει τις λάθος πολιτικές του παρελθόντος και αδυνατεί να παράσχει μια λογική εξιστόρηση του πώς βρεθήκαμε εδώ, διερωτώμαι γιατί να προσδοκά κανείς τη συναίνεση της Ν.Δ. Και αν το νομοσχέδιο δεν υπερψηφισθεί τελικά από τα δύο μεγάλα κόμματα, ας μην αυταπατώμεθα, είναι αμφίβολο αν θα εφαρμοσθεί ποτέ.

Κάπως έτσι, μένουμε με ένα ΠΑΣΟΚ που διατείνεται ότι θέλει να αλλάξει την Ελλάδα, αλλά δεν τολμά να κοιτάξει το παρελθόν του με το βλέμμα του σήμερα και μια Ν.Δ., που βαυκαλίζεται με την ιδέα ότι αν καταφέρει να μοιάσει στο ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980, θα κερδίσει την εξουσία. Φοβάμαι ότι από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι το χειρότερο...