20.8.11

Πάρε το μηδέν



* μια γλαφυρή ανάμνηση της Ρέας Βιτάλη από το protagon.gr

Όλα ξεκίνησαν από μια φράση σε κείμενο του Στάθη Παχίδη «καταθέτω ως μάρτυρας ότι υπήρχε ζωή και πριν το κινητό». Προσφέρθηκα και γω ως μάρτυρας νούμερο δύο. Και σήμερα λέω να διανθίσω τη μαρτυρία μου.

Τα τηλέφωνα λοιπόν κάποτε κάνανε «ντρινννν» και ήταν γκρι η συσκευή με ένα καντράν που μάγκωνε το δάκτυλο. Όχι δεν είχε κουμπάκια και τέτοιες ευκολίες. Έχωνες το δάκτυλο σε κάθε νούμερο και γύριζες…Κι αν μίλαγε δώστου από την αρχή. Κοπίαζες! Για όλα κοπίαζες. Αρχικά για να βάλεις τηλέφωνο. Δεν κοπίαζες μόνο αλλά σου έβγαινε η Παναγία και η αξιοπρέπεια μαζί… Χρόνια και χρόνια αναμονής! Δήλωνες ότι έχω καρδιοπαθή ή καρκινοπαθή… Τόσα χρόνια που περίμενες κάτι θα σου τύχαινε από τα δύο, για να είμαστε ακριβείς… Περίμενες, περίμενες… Έβρισκες κάποιο μέσον. Το καταθέτω και αυτό ως μάρτυρας. Δούλευε και τότε το μέσον. Και να μη τα πολυλογώ… Κάποια μέρα, έρχονταν ο ΟΤΕ στο σπίτι σου και έθετε την άκομψη ερώτηση «πού να σας το βάλουμε;». Από κει και πέρα άρχιζε το μαρτύριο του «Πάρε το μηδέν».

Βέβαια! Σπάνια θα ήσουν στη γραμμή εσύ και ο συνομιλητής. Τις περισσότερες φορές θα έπιανες παράσιτα λες και ήταν ραδιόφωνο. Εκεί κόλλαγε το «πάρε το μηδέν» που έλεγε ο ένας στον άλλον. Ποτέ δεν έμαθα αν δούλευε ή όχι το κόλπο του μηδέν αλλά κατέφευγα και γω σ΄αυτό. Στο κάτω-κάτω της γραφής δεν ήταν και η μόνη μαλακία που έκανε η γενιά μου. Συνηθέστατα επίσης θα έμπαινε και άλλος στη γραμμή… Ξεκίνησαν έρωτες και έρωτες από μπερδεμένες γραμμές! Ξεκίνησαν και καβγάδες αλλά δεν το κάνω θέμα… Επίσης υπήρχε και η ρουφιανιά του «ντούμπλεξ» (το δεύτερο τηλέφωνο, όχι με δεύτερη γραμμή) που ενώ έλεγα βιαστικά «θα πω στη μάνα μου ότι θα είμαι στο σπίτι σου και κοίτα να με καλύψεις» με το που έκλεινα άκουγα τη μάνα μου «Ρεέεεεεεα για έλα μέσα!». Οι φάρσες επίσης έδιναν και έπαιρναν. Μεγάλο κέφι τις κάναμε τις φάρσες! Εγώ συνήθως έλεγα ότι «σας παίρνουμε από την εκπομπή του Βάκη Πέρου» και αναστάτωνα όλους τους συγγενείς… Α ρε γιαγιά! (Μια ραδιοφωνική εκπομπή της εποχής που ξεσήκωνε το σύμπαν με το τηλέφωνο. Νάναι καλά ο άνθρωπος ή ο συχωρεμένος! Το «Βάκης Πέρος» το χρησιμοποιούσα μανιωδώς και άλλαζα συκώτι από το γέλιο).

Το τηλέφωνο εγκαινίαζε την εμφάνιση του έρωτα στη ζωή μας. Μαγική η φράση «Μη το σηκώσει κανείς. Θα είναι για μένα!». Αχ έρωτα! Τι κυριολεκτικά ηδονικά ακούγεται! «Θάναι για μένα». Και μίλαγες. Και μίλαγες. Και μίλαγες…Τι σκατά έλεγες; Και έκανες όλους τους άλλους έξαλλους. Και χέστηκες! Και μίλαγες. Και κάποτε τσακωνόσουν. Και κοπάναγες το τηλέφωνο. Και όλα τα τηλέφωνα είχαν το μπάλωμά τους. Να αναφέρω ότι η χρέωση ήταν ανά κλήση οπότε…Και μίλαγες! Και χώριζες. Και περίμενες πάνω από το τηλέφωνο ώρες. Και το διέταζες «χτύπα ηλίθιο». Και περίμενες. Και κάποτε χτύπαγε. Και το έπιανες στον αέρα και έλεγες «ένα λεπτό να με είχες πάρει πριν, δεν θα με έβρισκες. Μόλις μπήκα»…Ψεύτρα! Το τηλέφωνο του ερωτευμένου είχε μεγάλο καλώδιο. Μέτρα και μέτρα καλώδιο. Να φτάνει μέχρι το δωμάτιο. Μέχρι το κρεβάτι. Να ξυπνάς, να κοιμάσαι να χτυπάει να σε ρωτάει «ξύπνησες;», «ΝΑΙ», «κοιμόσουν;», «ΟΧΙ». Οι ερωτευμένοι μόνιμα εφημερεύουν και διανυκτερεύουν.

Από την άλλη, τα τηλέφωνα σε δημόσιους χώρους έκαναν ανθρώπους πλούσιους αλλά κυρίως ευτυχισμένους ωτακουστές. Με πρώτους και καλλίτερους τους περιπτεράδες. Ήταν «η τηλεόραση» τους κατά μια έννοια. Μια δυο συνομιλίες να κρυφάκουγαν… Έβγαινε μια χαρά η βάρδια. Αλλά και η έλλειψη τηλεφώνου σε κάθε βήμα πρόσφερε την πιο πειστική δικαιολογία για τους έφηβους της εποχής και τις ατασθαλίες τους. Γονιός που δεν άκουσε το «δεν είχε τηλέφωνο για να σε ειδοποιήσω ότι θα αργήσω», δεν ήταν γονιός.

Κάποτε λοιπόν εμφανίστηκαν τα τηλέφωνο με κουμπιά. Οι διπλές, τριπλές γραμμές. Οι συνομιλίες μας έγιναν μονολεκτικές. Το συνηθίσαμε το μέσο επικοινωνίας. Το απομυθοποιήσαμε. Το ξεπεράσαμε το χούι. Πολύ αργότερα μπήκε στη ζωή μας και το κινητό. Πολλοί το κοροϊδέψαμε στην αρχή. Άλλοι αντισταθήκαμε περισσότερο στο ρουφιάνο της ζωής μας. Άλλοι έπεσαν πιο εύκολα…Όπως και νάχει. Το προσκυνήσαμε στο τέλος θέλαμε δε θέλαμε. Σχεδόν ξεχάσαμε τη γκρι συσκευή με το καντράν που κοπίαζε το δάκτυλο σε κάθε νούμερο. Προχθές με το κείμενο του Στάθη τη θυμήθηκα. Θέλησα να γράψω κάτι…Γιατί; Ίσως να έφταιξε εκείνο το «πάρε το μηδέν» που γαργάλησε τη μνήμη… Πάρε το μηδέν, πάρε το μηδέν… Μας έφτασε η παιδική πληγή σε μια εποχή που πιάσαμε το μηδέν. Να δεις αυτό έφταιξε τελικά!