16.8.11

Η επίπονη παραγωγική αναδιάρθρωση



* άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή της Κυριακής 07.08.2011 [Σχόλιο: το θέμα είναι παλιό: το Ελληνικό κράτος εξακολουθεί να παράγει (παρά τα Μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα και τα διάφορα άλλα μέτρα κατά της επιχειρηματικότητας) πρωτογεννή ελλείματα, με απλά λόγια καταναλώνει παραπάνω από όσα (τρόπος του λέγειν) παράγει. Ήτοι, ακόμα κι’ αν αύριο μας χάριζαν όλα τα χρέη πάλι θα ξεκινούσαμε στον αγώνα της επιχειρηματικότητας από τις τελευταίες θέσεις και, δυστυχώς, θα ξεκινούσαμε και με το ένα πόδι δεμένο. Το έλλειμμα μας δεν είναι μόνο ταμειακό είναι -κυρίως- αξιακό: οι νέες γενιές ικανών Ελλήνων φεύγουν γοργά στο εξωτερικό, σε μια νέα μετανάστευση, όχι από επιλογή αλλά αποδιωγμένοι από τον εσμό των κομματικών κρατικοδίαιτων που οργανωμένοι πίσω από διάφορες συντεχνίες εξακολουθούν να σκυλεύουν το πτώμα μιας πάλαι ποτέ κραταιάς χώρας...]

Η μεγάλη κουβέντα που ανακυκλώνεται τον τελευταίο καιρό είναι η «παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας». Πρέπει να γίνει διότι μεγαλύτερο και από το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι το πρόβλημα του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα αυτό είχε φτάσει το 2008 στα 35 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει σε απλά ελληνικά πως η Ελλάδα, αφού κατανάλωσε όσα παρήγαγε, εγχωρίως, όσα εξήγαγε, όσα εισέπραξε από τουρισμό, ναυτιλία κ.λπ. χρειάστηκε το 2008 άλλα 35 δισ. για να διατηρήσει το επίπεδο ζωής της. Αυτά φυσικά ήταν δανεικά. Κυρίως του Δημοσίου το οποίο τα μοίρασε για να πιστεύουμε όλοι ότι ήμασταν πλούσιοι, ανεπτυγμένοι και... θωρακισμένοι.

Το 2010, το έλλειμμα αυτό μειώθηκε στα 24 δισ. λόγω των περιοριστικών πολιτικών που φρέναραν τις εισαγωγές και μιας αύξησης των εξαγωγών κυρίως σε προϊόντα πετρελαίου. Ομως και τα 24 δισ. είναι πολλά. Είναι το 10,5% του ΑΕΠ, όταν το 1985 προχωρήσαμε σε υποτίμηση του νομίσματος και περιοριστική πολιτική έχοντας έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου 8%. Η υποτίμηση του νομίσματος (που πολλοί θα ήθελαν να είχαν ως εργαλείο) δεν έκανε μόνο τα ελληνικά προϊόντα πιο φθηνά στις αγορές του εξωτερικού. Εκανε και τα εισαγόμενα πιο ακριβά στην ελληνική αγορά και συνεπώς μείωσε την αγοραστική δύναμη των πολιτών, αλλά λιγότερο εμφανώς απ' ό,τι η ευθεία περικοπή μισθών και συντάξεων. Οι μισθοί παραμένουν ονομαστικά σταθεροί, αλλά αγοράζουν λιγότερα προϊόντα. Εισαγόμενα κι εγχώρια, αφού τα τελευταία εμπεριέχουν εισαγόμενες πρώτες ύλες, κόστος πετρελαίου κ.λπ.

Οπως και να έχει το ζήτημα, όμως, μια οικονομία που χρειάζεται εκατό ευρώ από το εξωτερικό στα χίλια που καταναλώνει, έχει πρόβλημα. Δεν είναι βιώσιμη. Εξ ου και η πιπίλα περί «παραγωγικής αναδιάρθρωσης»: η χώρα πρέπει να εξάγει περισσότερα διότι αλλιώς αναγκαστικά θα εισάγει λιγότερα, δηλαδή θα πρέπει να ρίξει το βιοτικό της επίπεδο. Και δεν μιλάμε μόνο για Καγιέν ή BMW. Η Ελλάδα εισήγαγε πέρυσι αγροτικά προϊόντα 5,6 δισ. ευρώ, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων ήταν 1,7 δισ. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται δανεικά ακόμη και για να φάει. Αυτά μέχρι το 2009 έπαιρνε από τις αγορές και τώρα από το ΔΝΤ και τις χώρες της Ε.Ε.

Τα παραπάνω, φυσικά, δεν υπονοούν ότι όλοι πρέπει να γίνουμε αγρότες, όπως είναι ο λαϊκός μύθος που τώρα κυκλοφορεί ευρέως. Η Ελλάδα έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε κάποιους τομείς πρωτογενούς μικρής και ακριβής παραγωγής (ελαιόλαδο, ντοματάκια Σαντορίνης, κρόκος Κοζάνης κ.λπ.), αλλά είναι προτιμότερο να εισάγει σιτηρά που παράγονται φθηνά στις αχανείς εκτάσεις του Καναδά ή της Ρωσίας παρά να δεσμεύσει τα λίγα σχετικά πεδινά εδάφη της για να παράγει ακριβά κάτι που μπορεί να αγοράζει φθηνά. Ομως πρέπει να παράγει άλλα προϊόντα ή να αναπτύξει άλλες δραστηριότητες που θα εξάγονται για να πληρώνουν το ένα εκατομμύριο τόνους σιτάρι που εισάγουμε ετησίως. Η ελληνική οικονομία πρέπει να γίνει «εξωστρεφής» που λένε και οι οικονομολόγοι. Να «αναδιαρθρωθεί παραγωγικά»...

Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζονται τρία πράγματα. Τεχνογνωσία, κεφάλαια και άνθρωποι. Στην πράξη τα αποστρεφόμαστε και τα τρία. Πρώτον: τα ελληνικά πανεπιστήμια δίνεται μάχη για να παραμείνουν «απροϋπόθετα», να μην έχουν δηλαδή καμιά σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας ή της «αγοράς» που λένε οι συνεπείς αριστεροί. Δεύτερον: ουδείς συνετός άνθρωπος επενδύει σε μια χώρα διαρκούς συντεχνιακής αναταραχής. Είναι σίγουρο ότι τα στελέχη των επιχειρήσεων κρουαζιερόπλοιων θα μετάνιωσαν την ώρα και την στιγμή που αποφάσισαν να εντάξουν ελληνικά λιμάνια στους προορισμούς τους. Αυτοί βγάζουν λεφτά εξυπηρετώντας τους πελάτες τους και ουχί υποδεχόμενοι αγανακτισμένους ταξιτζήδες, ΠΑΜίτες κι άλλες «δημοκρατικές δυνάμεις». Η «δίκαιη αγανάκτηση» -όπως λένε στα κανάλια- στοιχίζει λεφτά στην τσέπη μας.

Το τρίτο και κυριότερο είναι οι άνθρωποι. Δηλαδή, ακόμη κι αν με έναν μαγικό τρόπο έρχονταν κεφάλαια και τεχνογνωσία, κάποιος θα πρέπει να παράγει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που θα εξαχθούν για να ισοσκελίσουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα. Δεν είναι μόνο το ένα εκατομμύριο και πλέον άνθρωποι που μισθοδοτούνται από το Δημόσιο· (760.000 μετρήθηκαν μόνο στον στενό δημόσιο τομέα). Με μια σειρά νόμων που «προστατεύουν» τα επαγγέλματα και ορίζουν κατώτατα ποσοστά κέρδους και αμοιβών, το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας προσανατολίστηκε στην αλληλοπαροχή υπηρεσιών.

Ζούμε σε μια χώρα που έχει 26 (!) επίσημα καταγεγραμμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων. Στον χώρο των ΜΜΕ υπάρχουν 26 πανελλαδικές εφημερίδες, 10 πανελλαδικά κανάλια, εκατοντάδες ραδιόφωνα για μια αγορά 200.000 αναγνωστών και διαφημιστική πίτα που αρκεί για 2,5 κανάλια. Εχουμε 20.000 δημοσιογράφους, δηλαδή ένα δημοσιογράφο ανά 500 πολίτες.

Εχουμε 40.000 δικηγόρους, δηλαδή ένα δικηγόρο ανά 250 κατοίκους, όταν στη Γερμανία η αναλογία είναι ένας δικηγόρος ανά 593 Γερμανούς και στη Γαλλία ένας ανά 1.403. Στην Ελλάδα αντιστοιχεί ένας συμβολαιογράφος σε 3.446 κατοίκους, στη Γαλλία ένας συμβολαιογράφος για 7.287 κατοίκους, στην Ιταλία ένας προς 12.023 και στην Αυστρία ένας προς 17.926 κατοίκους. Στην Ελλάδα έχουμε ένα φαρμακείο ανά 950 κατοίκους, όταν στην Ευρώπη υπάρχει ένα φαρμακείο ανά 4.000 κατοίκους. Μετά την Ελλάδα είναι το Βέλγιο, που έχει ένα φαρμακείο ανά 2.450 κατοίκους.

Υψηλή αναλογία
Η Ελλάδα έχει υψηλότατη αναλογία δασκάλων προς μαθητές στον δυτικό κόσμο: ένας διδάσκων ανά δέκα διδασκομένους στην Ελλάδα, όταν στη Φινλανδία (με το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα του κόσμου) το αντίστοιχο κλάσμα είναι 1/15. Η αναλογία ιατρών/κατοίκων είναι 1/185 (στην Αθήνα 1/150), σε αντίθεση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που είναι 1/350.

Το 2007, στην Ελλάδα απασχολούνταν 2.200 δικαστές πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, αριθμός που αντιστοιχεί σε 19,9 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους. Η αντίστοιχη αναλογία είναι στην Αγγλία 2,5 δικαστές/100.000, στην Ισπανία 9,8, στην Ιταλία 10,4, στην Ολλανδία 12,3, στην Πορτογαλία 16,7.

Και ο κατάλογος συνεχίζεται με ταξί (2,6/1.000 κατοίκους, Ισπανία 1,74) μηχανικούς, αρχιτέκτονες και ηθοποιούς: η Αθήνα έχει 271 θεατρικές παραστάσεις, όταν το Λονδίνο έχει 47. Σ' όλους αυτούς πρέπει να προστεθεί και η μικρή μεταπρατική ελληνική επιχειρηματικότητα, τα μικρά μαγαζάκια των 50 τ.μ. που επιβίωναν πουλώντας λίγα και ακριβά.

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη κι αν όλοι αυτοί οι κλάδοι που προαναφέραμε παράγουν τις τέλειες (δημοσιογραφικές, δικηγορικές, εμπορικές, μεταφορικές κ.λπ.) υπηρεσίες και τις πουλούν εντός της χώρας χρειάζονται πραγματικά προϊόντα να καταναλώσουν. Από ψωμί -με εισαγόμενο σιτάρι- μέχρι πετρέλαιο. Ετσι φτάσαμε να εισάγουμε τα προς το ζην και να πουλάμε οι περισσότεροι υπηρεσίες προς αλλήλους.

Το δύσκολο «ενδιάμεσα»
Το κράτος δεν διόγκωσε μόνο το Δημόσιο, απορροφώντας ανθρώπους από την πραγματική παραγωγή. Δημιούργησε διά νομοθετημάτων (κλειστά επαγγέλματα, κατώτατες αμοιβές, ποσοστό κέρδους στα φαρμακεία, υποχρεωτική δημοσίευση ισολογισμών στις εφημερίδες κ. λπ.) κίνητρα ώστε να προσανατολίζονται όλο και περισσότεροι νέοι στην παραγωγή εγχώριων υπηρεσιών. Για παράδειγμα, θα πρέπει να είναι ανόητος ο γιος ενός φαρμακοποιού να επιχειρήσει στη χημική βιομηχανία, όταν το κράτος τού εξασφαλίζει «βρέξει - χιονίσει» 35% κέρδος, συν την απαγόρευση του ανταγωνισμού από τρίτους. Υπάρχει κίνητρο να γίνει κάποιος μηχανικός, αφού η κ. Τίνα Μπιρμπίλη τού εξασφάλισε πελατεία υποχρεώνοντας όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων να πάρουν πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, ενώ όρισε και τις τιμές;

Ετσι, με περίεργα και δυσνόητα νομοθετήματα χτίστηκε μια οικονομία που μόνο πέρυσι χρειάστηκε 24 δισ. επιπλέον εισαγωγές. Αυτή είναι βιώσιμη όσο εξωτερικές ροές καλύπτουν την αδυναμία εξαγωγών. Τώρα που τα δανεικά κόπηκαν -και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κάνουν οι κυβερνώντες να στηρίξουν την πελατεία τους (βλέπε π. χ. Λοβέρδος με φαρμακοποιούς, Καστανίδης με τους δικηγόρους ή Ρέππας με ταξιτζήδες) - αναγκαστικά η οικονομία θα περάσει μια επίπονη αναδιάρθρωση. Τις πρώτες φάσεις τις βλέπουμε. Είναι η μετανάστευση πλεοναζόντων επιστημόνων στο εξωτερικό, το κλείσιμο μικρών εμπορικών μαγαζιών και η ανεργία.

Το τελευταίο είναι το πιο επίπονο, αλλά και το μόνο σίγουρο. Είναι δεδομένο ότι ο «αδιόριστος» μαθηματικός θα χρειαστεί χρόνο για να αποφασίσει ότι η εκπαίδευση έκλεισε για πολλά χρόνια. Πιθανώς θα αγανακτήσει επιδεινώνοντας το πρόβλημα (όσο και αν αγανακτούμε, οι Ουκρανοί σιτοπαραγωγοί θέλουν πραγματικά λεφτά). Αργότερα, και αν δεν φύγει στο εξωτερικό, θα σκεφθεί πιθανώς να συμπτύξει με άλλους συναδέλφους του π. χ. μια εταιρεία λογισμικού συμβάλλοντας εν μέρει στη διόρθωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.

Σ' αυτό το δύσκολο ενδιάμεσα χρειάζεται το κράτος. Πρέπει να έχει τους πόρους για να στηρίζει τους ανθρώπους για όσο καιρό αυτοί χρειάζονται ώστε να σταθούν παραγωγικά στην οικονομία. Πρέπει να εξοικονομήσει λεφτά για ευπρεπή επιδόματα ανεργίας και προγράμματα επανεκπαίδευσης (πραγματικής και όχι όπως έκανε παλιότερα που στην ουσία επιδοτούσε τους ανέργους, τάχα μου εκπαιδεύοντάς τους). Προς το παρόν, το κράτος αλλά και η συντηρητική ελληνική κοινωνία είναι προσανατολισμένα στη στήριξη θέσεων εργασίας και ουχί ανθρώπων.

Δυστυχώς οι Γάλλοι παραγωγοί (από τους οποίους εισάγουμε 500.000 τόνους αραβοσίτου), μέχρι και ο πετρελαιοπαραγωγός Τσάβες θέλουν λεφτά για να μας δίνουν τα προϊόντα τους και όχι επαναστατικές παρόλες. Απ' αυτές έτσι κι αλλιώς έχουν χορτάσει. Το στοίχημα λοιπόν τώρα είναι να έχουμε τους απαιτούμενους πόρους να χρηματοδοτηθεί η παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας και να στηριχτούν οι άνθρωποι. Αυτό νομοτελειακά θα γίνει, είτε φωνασκούμε περί του αντιθέτου είτε όχι. Είτε διά του επίπονου (αλλά με κρατική μέριμνα) τρόπου είτε διά του κοινωνικά καταστροφικού, που είναι η οικονομική χρεοκοπία.

Διαβάστε
- Γεώργιος Οικονόμου, Ισαάκ Σαμπεθάι, Γεώργιος Συμιγιάννης, «Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αιτίες ανισορροπιών και προτάσεις πολιτικής», εκδ. Τράπεζα της Ελλάδος