13.8.11

Η εξουσία των άδειων αντίσκηνων



* άρθρο του Στάθη Ν. Καλύβα (*) από την Καθημερινή της 07.08.2011

Το φετινό καλοκαίρι εξελίσσεται στο σκηνικό ενός άνευ προηγουμένου εξευτελισμού του ελληνικού κράτους, που ξεκινάει από τις επαναλαμβανόμενες καταστροφές στο κέντρο της πρωτεύουσας, την κατάληψη και απαξίωση της κεντρικής της πλατείας και φθάνει στη συνεχή και όλο πιο θρασεία καθημερινή κατάλυση του νόμου από ποικίλες ομάδες που δρουν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τους ιδιοκτήτες των ταξί. Ηδη μας προαναγγέλλουν ένα θερμό φθινόπωρο με αφορμή τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης και έπονται άλλοι. Η κυριαρχία της αντικοινωνικής διαμαρτυρίας (αντικοινωνικής, γιατί επιβάλλει ένα σημαντικό κόστος στην κοινωνία) είναι αναμφισβήτητη. Πού μας οδηγεί; Η απάντηση προϋποθέτει την κατανόηση του φαινομένου.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει ευρύτερα αντιληπτό είναι πως η αντικοινωνική διαμαρτυρία σχετίζεται μεν με την οικονομική κρίση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί το φυσιολογικό και αναπόφευκτο παρεπόμενό της, όπως προσπαθούν να μας πείσουν διάφοροι. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία, χώρες που περνούν εντελώς συγκρίσιμες κρίσεις με τη δική μας. Εκεί, όμως, δεν παρατηρείται ο εκφυλισμός του κράτους που ζούμε στην Ελλάδα, ο οποίος άλλωστε είχε επικρατήσει στη χώρα μας πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Επομένως, αλλού πρέπει να αναζητηθούν τα αιτία.

Το φαινόμενο έχει δύο διαστάσεις. Από τη μία έχουμε τη δυναμική της διεκδίκησης (την «κοινωνική διάσταση») και από την άλλη την κρατική διαχείρισή της (την «πολιτική διάσταση»). Σε προηγούμενο άρθρο μου («Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;», 6-6-10), αναφέρθηκα στην κοινωνική διάσταση ως αποτέλεσμα της συνάντησης δύο διακριτών ρευμάτων μετά το 1974: του αριστερού ριζοσπαστισμού και του μικροαστικού διεκδικητισμού. Το αποτέλεσμα υπήρξε συγχρόνως βαθιά αντιφατικό και ιδιαίτερα λειτουργικό (όσο βέβαια υπήρχαν διαθέσιμοι πόροι). Επέτρεψε σε περιθωριακούς αριστερούς να απολαύσουν μιαν αίγλη που ξεπερνούσε την ισχνή τους πολιτική απήχηση και σε μια πλειάδα κοινωνικών ομάδων να πετύχουν πολιτική νομιμοποίηση πολύ ευρύτερη από αυτή που τους επέτρεπε το αναγκαστικά περιορισμένο εύρος των αιτημάτων τους. Ετσι, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης «προοδευτικής» ιδεολογίας, η αντικοινωνική διαμαρτυρία αναδείχθηκε σε μια ευρύτατα αποδεκτή πρακτική. Οπως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, την πρακτική συνόδευσε και η αντίστοιχη ιδεολογία.

Η πολιτική διάσταση της αντικοινωνικής διαμαρτυρίας είναι εξίσου σημαντική. Το αμάλγαμα των δύο ρευμάτων που ανέφερα υπήρξε το μεγάλο προσωπικό επίτευγμα του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτό που του εξασφάλισε μια πρωτοφανή πολιτική κυριαρχία: ο έλεγχος του ριζοσπαστικού λόγου τού επέτρεψε να καθυποτάξει την Αριστερά, ενώ ο έλεγχος του μικροαστικού διεκδικητισμού οδήγησε στην υπονόμευση της Δεξιάς. Με τον καιρό, η Δεξιά θεώρησε πως η υιοθεσία της αντικοινωνικής διαμαρτυρίας θα της εξασφάλιζε την πολιτική επιβίωση. Ετσι η αντικοινωνική διαμαρτυρία έγινε καθεστώς.

Το κόστος ήταν βέβαια η μερική κατάλυση του κράτους, που πλέον απώλεσε το βασικό του συστατικό στοιχείο: το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Ετσι φθάσαμε στο απίστευτο σημείο το κράτος να φοβάται να απομακρύνει μερικά άδεια αντίσκηνα από την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. Εμβληματική φιγούρα της διαδικασίας αυτής, ο υπουργός δημόσιας αταξίας Χρήστος Παπουτσής, που από τέκνο του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστικού αριστερισμού κατέληξε άβουλος παρατηρητής του εκφυλισμού.

Και τώρα τι; Είναι μεγάλος ο πειρασμός να θεωρήσουμε πως η αντικοινωνική διαμαρτυρία είναι μια ανίκητη Λερναία Υδρα, καθώς πίσω από τον κάθε Φωτόπουλο ξεπηδάει κι ένας Λυμπερόπουλος. Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι το τέλος του εύκολου δανεισμού συνεπάγεται και το τέλος της αντικοινωνικής διαμαρτυρίας: ήταν μια πρακτική που μπορούσε να συνεχίζεται όσο η κρατική πίτα φαινόταν ατελείωτη. Τώρα, που το κέρδος της μιας ομάδας συνεπάγεται σαφείς απώλειες για τις άλλες και που το κοινωνικό κόστος της διαμαρτυρίας είναι πλέον εντελώς ορατό, η νομιμοποίηση της πρακτικής αυτής θα λήξει. Τι θα ακολουθήσει; Δύο δρόμοι ανοίγονται.

Ο πρώτος, ευκταίος και, κατά τη γνώμη μου, πιθανότερος δρόμος, είναι η επιστροφή του κράτους. Η αντικοινωνική διαμαρτυρία θα μετατραπεί σε σπάνιο φαινόμενο και το κράτος θα επιβάλλεται με τον ίδιο αυτονόητο τρόπο που το κάνει σε όλες τις προηγμένες δημοκρατίες του κόσμου, όπου φαινόμενα τύπου ελληνικής ανομίας είναι εντελώς αδιανόητα. Ο δεύτερος δρόμος δεν είναι βέβαια η «αμεσοδημοκρατία» των παιδιών των αντίσκηνων, αλλά η μαφιοποίηση της κοινωνίας. Οπως έχει δείξει ο κοινωνιολόγος Diego Gambetta στο κλασικό έργο του για τη σικελική μαφία, η αδυναμία του κράτους να προσφέρει το δημόσιο αγαθό της ασφάλειας και να εγγυηθεί τις ιδιωτικές συναλλαγές, μπορεί να οδηγήσει στην ιδιωτικοποίηση του αγαθού της ασφάλειας με όλα τα γνωστά παρεπόμενα, όπως ακριβώς συνέβη σε πολλές πρώην σοβιετικές χώρες μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Η μαφιοποίηση αυτή θα υπονομεύσει το δημοκρατικό καθεστώς, θα ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες και θα περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, θα κάνει τη ζωή πάρα πολύ χειρότερη. Οπως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, οι άνθρωποι θα νοσταλγήσουν τον παλιό καλό καιρό, που καυτηρίαζαν την «κρατική αυθαιρεσία». Ομως, τότε θα είναι αργά.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.