8.8.11

Μαζί απέτυχαν, μαζί να τα φτιάξουν



Αναδημοσιεύω ένα ενδιαφέρον άρθρο του Νίκου Κωνσταντάρα από την Καθημερινή της 31.07.2011, με την σημείωση ότι το «μαζί να τα φτιάξουν» σαφώς και δεν περιέχει, δεν μπορεί να περιέχει, την «συντήρηση», την καμαρίλα των κομμάτων, αυτούς που θεωρούν ότι όλα βαίνουν καλώς αρκεί να έχουν εκείνοι στα χέρια τους το τιμόνι ώστε να βολεύονται και να βολεύουν. Αυτοί, και όλος ο εσμός των κομματικών συνδικαλιστών, των κρατικοδίαιτων αγοραίων ψηφοφόρων και των συντεχνιών της οπισθοδρόμησης που στηρίζουν για να τους στηρίζουν, τέλειωσαν ανεπιστρεπτί και καλό θα είναι να μας αδειάζουν τη γωνία μια ώρα αρχύτερα. Έκοντες, άκοντες...

Εάν δεν πιστέψουμε σε ένα καλύτερο μέλλον, οι μάχες οπισθοφυλακής κάθε ομάδας ειδικών συμφερόντων, και τα ξεσπάσματα οργής όσων δεν έχουν τίποτα να χάσουν, θα συνεχίσουν χωρίς τέλος. Αλλά θα πιστέψουμε στο μέλλον μόνο όταν κάποιος μας το δείξει. Εως τώρα, δεν το είδαμε. Οι κινήσεις της κυβέρνησης και της τρόικας –με τα πασίγνωστα λάθη και με αδήλωτες επιτυχίες– επικεντρώθηκαν αναγκαστικά στην προσπάθεια να περιοριστεί η πλημμύρα του χρέους. Αυτό επιχειρείται με στερήσεις, με περικοπές, με σχέδια αποκρατικοποιήσεων και με την ταπείνωση του να συζητούν άλλοι για την τύχη μας. Σήμερα είναι πασιφανής η ανάγκη να παρουσιαστεί στον λαό ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το πού βρισκόμαστε, ποιοι είναι οι στόχοι μας και πώς θα τους πετύχουμε. Ξέρουμε ποια χώρα εγκαταλείπουμε, έχουμε αμυδρές εικόνες από τη χώρα των παππούδων μας, αλλά δεν έχουμε ιδέα σε ποια χώρα θα γεράσουμε, σε ποια θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Αυτό ισχύει για όλους, είτε είμαστε ιδιωτικοί, είτε δημόσιοι υπάλληλοι, είτε πανεπιστημιακοί, είτε ταξιτζήδες. Λογικό είναι να κυριαρχούν ο φόβος και η οργή.

Τώρα που κερδίσαμε λίγο χρόνο, και γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει κάποιο απόθεμα υπομονής πλέον στη διεθνή κοινότητα για άλλες καθυστερήσεις, είναι επιτακτική η ανάγκη να εκπονηθεί ένα σχέδιο για το μέλλον, μια εθνική στρατηγική. Για να μπορέσουμε να πιστέψουμε σε κάτι, όμως, θα πρέπει να είναι προϊόν ειλικρινούς συζήτησης ανθρώπων και ομάδων που έως τώρα έχουν αφοσιωθεί περισσότερο στην προώθηση των δικών τους συμφερόντων και όχι της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, όσοι μάχονται την κάθε αλλαγή –είτε στα κλειστά επαγγέλματα, είτε στην εκπαίδευση, είτε στην πολιτική, είτε στην οικονομία–, πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους με αυτούς που ευαγγελίζονται μεταρρυθμίσεις και να αναλάβουν την ευθύνη να καταθέσουν ριζοσπαστικές και λειτουργικές προτάσεις για το μέλλον. Την πρώτη ευθύνη να συγκαλέσει τέτοιες συναντήσεις και να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα ώστε να υπάρξει σύντομα συμφωνία είναι η κυβέρνηση. Αν της συμπαρασταθούν άλλα κόμματα και άλλοι φορείς, τόσο το καλύτερο.

Σήμερα η χώρα είναι διαιρεμένη ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν στην ανάγκη αλλαγών και σε αυτούς που δεν θέλουν να χάσουν αυτά που έχουν. Στην άκρη στέκονται αυτοί που είτε έχασαν τη δουλειά τους είτε κινδυνεύουν να τη χάσουν. Ο καθένας πιστεύει ότι άλλοι θέλουν να επιβάλουν τη θέλησή τους πάνω του. Λειτουργούμε με τα παλιά πρότυπα – της διχόνοιας και της υστεροβουλίας. Ανάμεσα στα πολλά που μάθαμε τα τελευταία χρόνια, είναι ότι στην κατασπατάληση δημόσιου χρήματος τα κόμματά μας μπορούν να συνεργαστούν άριστα. Σε χωριά, σε πόλεις και σε εθνικό επίπεδο μοιράστηκαν άπειρους εθνικούς, ευρωπαϊκούς και δανεικούς πόρους, ούτως ώστε να μη χαλάει ο ένας τα σχέδια του άλλου. Οσο έτρωγαν όλοι, υπερέβησαν τις πολιτικές, ιδεολογικές και ηθικές διαφορές τους. Τώρα που άρχισαν τα χρόνια της ανέχειας, έχουν ευθύνη να συνεργαστούν ώστε να επιτευχθούν οι καλύτερες δυνατές λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε.

Μαζί με το καθημερινό άγχος για την οικονομία, το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας είναι η γενικευμένη αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος. Αλλά, αντί να βλέπουν ότι η σημερινή συμπεριφορά τους μας οδήγησε εδώ, τα κόμματα συνεχίζουν να σκέφτονται μόνο το μερίδιο της πίτας που κερδίζουν και όχι ότι η πίτα η ίδια εξαφανίζεται. Και όμως, όσο και αν ονειρεύονται πολλοί, είτε κυβέρνηση τεχνοκρατών είτε «συνταγματική εθνοσυνέλευση» κάποιων αρίστων, η οποία θα αγνοεί τον σημερινό πολιτικό κόσμο, οι μόνοι που νομιμοποιούνται να αλλάξουν την πορεία της χώρας είναι οι εκλεγμένοι πολιτικοί. Και όσο πιο γρήγορα το καταλάβουν ώστε να αναλάβουν τις ευθύνες τους, τόσο το καλύτερο – για τους ίδιους και για τη χώρα. Οσο παραμένουν γαντζωμένοι στις πρακτικές του παρελθόντος, τόσο θα χρεώνονται και την αποδεδειγμένη αποτυχία τους και το ότι στάθηκαν εμπόδιο στον δρόμο για λύσεις.

Το ίδιο ισχύει και για σχεδόν κάθε άλλο κλάδο εργαζομένων. Θα συνεχίσουν να μάχονται για τη διατήρηση της αποτυχίας ή θα απαιτήσουν λύσεις; Αντί να σκέφτονται μόνο εκλογές και πώς θα επικρατήσουν στην πολιτική σκηνή, καλό θα ήταν η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμφωνήσουν σε μια διαδικασία για τη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής και να δεσμευτούν ότι θα την τηρήσουν. Τότε μόνον ο λαός θα πιστέψει στο μέλλον. Και θα εργαστεί γι’ αυτό χωρίς να το απαιτεί κανείς.