28.8.11

Αθήνα 2008 - Λονδίνο 2011



Στις διακοπές μου γνώρισα μια οικογένεια Εγγλέζων, κατοίκων κάποιου από τα «απλά» προάστια του Λονδίνου. Είχαν φύγει από την πόλη τους για διακοπές πριν την «λαϊκή εξέγερση» των πλιατσικολόγων. Επέστρεψαν μετά... Κάποια στιγμή, στην παραλία, τους ρώτησα για το αν η γειτονιά τους είχε πρόβλημα. «Όχι, δεν έχουμε ακούσει κάτι, πήραμε τηλέφωνο τον αστυνομικό που περιπολεί στο δρόμο μας, μας ενημέρωσε ότι δεν υπάρχει κάποια απειλή, τον εμπιστευόμαστε...» μου απάντησαν άνετοι και ωραίοι. Σφίχτηκα... Δαγκώθηκα... Το προηγούμενο βράδυ είχαμε μάθει ότι σε ένα χωριό του νησιού σημειώνονταν κάθε βράδυ διαρρήξεις και κλοπές με την αστυνομία να συνιστά «υπομονή» και τους κάτοικους να οργανώνουν νυχτερινές περιπολίες... «Δύο κόσμοι διαφορετικοί», σκέφτηκα και ζήλεψα. Πολύ... Σήμερα διάβασα το παρακάτω άρθρο του Διονύση Γουσέτη, δημοσιευμένο στην Καθημερινή. Και αποφάσισα να το αναρτήσω εδώ, εξηγεί πολύ απλά και γρήγορα τα πως και τα γιατί...

Οι ταραχές στο Λονδίνο τελείωσαν τον Δεκαπενταύγουστο. Η ομοιότητά τους με εκείνες της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008 μοιάζει εντυπωσιακή, είναι όμως επιφανειακή. Ξεκίνησαν και οι δυο με αφορμή ένα φόνο πολίτη από αστυνομικό. Εγιναν χωρίς να οργανωθούν από κόμματα ή συνδικάτα και χωρίς αιτήματα. Η οργή για τον φόνο ήταν το πρόσχημα των εμπρησμών, ληστειών, βανδαλισμών. Οι κουκουλοφόροι έκαναν πλιάτσικο σε καταστήματα και διέθεταν κοψοχρονιά τα κλεμμένα σε κλεπταποδόχους.

Κάπου εδώ σταματούν οι ομοιότητες και αρχίζουν οι διαφορές. Στο Λονδίνο, οι πολίτες συνεργάστηκαν με την Αστυνομία για τον εντοπισμό των βανδάλων. Εδώ αντίθετα, αυτό θεωρείται «χαφιεδισμός», αφού η Αστυνομία θεωρείται εχθρός του λαού και όχι κρατικός οργανισμός στην υπηρεσία του πολίτη. Τα δικά μας ΜΜΕ, αντίθετα με τα βρετανικά, χωρίς να περιμένουν το πόρισμα των ανακριτικών αρχών, πριν ακόμα και απ’ την αυτοψία, αποφάνθηκαν ότι η Αστυνομία «δολοφόνησε εν ψυχρώ τον νεαρό». Το σύνθημα δόθηκε: οι αστυνομικοί είναι φονιάδες. Ακολούθησαν ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις εναντίον αστυνομικών, ή εναντίον πυροσβεστών που προσπαθούσαν να απεγκλωβίσουν ανήμπορα γερόντια από τις φλόγες.

Στο Λονδίνο, κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα και κανένα συνδικάτο δεν υπερασπίστηκε τους κουκουλοφόρους. Εδώ, ο ΣΥΡΙΖΑ αναγόρευσε τους βανδαλισμούς λαϊκή εξέγερση, ενώ οι δάσκαλοι υποκινούσαν τους μαθητές να βγουν στους δρόμους. Στο Λονδίνο, η κυβέρνηση ανέπτυξε 16.000 αστυνομικούς και απείλησε με στρατό. Κατάφερε έτσι να καταστείλει τη βία σε 4 ημέρες. Εδώ, η κυβέρνηση δεν κούνησε το δαχτυλάκι της, αφήνοντας τα κακοποιά στοιχεία ασύδοτα για περίπου δύο μήνες. Στο Λονδίνο, οι καταστροφείς ανήκαν στις κατώτερες τάξεις. Στην Αθήνα μετείχαν νέοι της μεσαίας τάξης, ακόμα και παιδιά βουλευτών. Κυρίως όμως, στο Λονδίνο κινητοποιήθηκαν οι «ξενέρωτοι» πολίτες. Προστάτεψαν συλλογικά τις περιουσίες τους, σκούπισαν οργανωμένα τα συντρίμμια, κόλλησαν στα καμένα καταστήματα χαρτάκια συμπαράστασης και στηλίτευσης των λεηλασιών. Εδώ, στη χώρα των «θερμόαιμων», δεν υπήρξε καμία αλληλεγγύη στα θύματα των καταστροφών. Στη χώρα μας, οι μόνες κινητοποιήσεις γίνονται εναντίον του κράτους, συνήθως για να το εκβιάσουν, να το αφαιμάξουν, να το διαλύσουν. Αντιδρούμε μόνο απέναντι στην αδικία ή «αδικία» του κράτους και όχι απέναντι στην αδικία γενικά, από όπου κι αν προέρχεται. Σε αντίθεση με τη Βρετανία, οι δικές μας αντιδράσεις στους βανδαλισμούς είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας, όπου το ατομικό συμφέρον είναι πάνω από το κοινωνικό. Μεριμνούμε δήθεν για την προστασία του Δημοσίου, αλλά το Δημόσιο το αγαπάμε όπως οι βδέλλες αγαπούν το σώμα που πάνω του έχουν κολλήσει. Εκτός από ορισμένους αφελείς που νομίζουν ότι αγωνίζονται για τον σοσιαλισμό.

Δεν είναι άσχετες αυτές οι διαφορές με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την οικονομική κρίση. Και ο Σεπτέμβρης είναι κοντά και προμηνύει νέα γιουρούσια, νέες καταστροφές. Ηδη οι αριστεροί πανεπιστημιακοί, σε συνεργασία με τους «αγανακτισμένους», κουρδίζουν τα όργανα στο Σύνταγμα.