16.7.11

Ποιος λοιπόν τα «έφαγε»;



* άρθρο του κ. Τάκη Μίχα στο protagon.gr στις 16.07.2011

Ας υποθέσουμε ότι το δημόσιο από την δεκαετία του 80 είχε κατά μέσο όρο 300.000 υπεράριθμους δημοσίους υπαλλήλους. Αν βάλουμε τις μέσες (σημερινές ονομαστικές, για την προσαρμογή στο ονομαστικό επίπεδο αναλαμβάνουν οι διαχρονικοί τόκοι στο χρέος) απολαβές του μέσου υπεράριθμου που δουλεύει, κατά μέσο όρο, 25 έτη και έχει πάρει σύνταξη 5 χρόνια μαζί με το εφάπαξ, μπορούμε να δούμε τι κόστισαν οι υπεράριθμοι αυτά τα τελευταία 30 χρόνια. Αν προσθέσουμε και κατά μέσο όρο 50.000 προνομιούχους υπεράριθμους σε ΔΕΚΟ, με πιο ψηλές αμοιβές, εφάπαξ κλπ, βγαίνει ένα νούμερο άνω των 230 δις ευρώ.

Προσθέστε και 300.000 ελεύθερους επαγγελματίες - συστηματικούς μεγαλοφοροφυγάδες ΦΜΥ και ΦΠΑ, προσθέστε και τις «μίζες» των πολιτικών που ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο - και να πώς έκλεισε το νούμερο του χρέους.

Με άλλα λόγια ο κ.Πάγκαλος είχε άδικο: Όχι δεν τα «έφαγαν» όλοι. Όπως δεν έχουν δίκιο και όσοι υποστηρίζουν ότι τα «έφαγαν» μόνο οι πολιτικοί. Τα «έφαγε» πολύ απλά ένα 7%-10% των πολιτών της χώρας.

Φυσικά η ευθύνη των πολιτικών ήταν τεράστια. Αυτό που έκαναν ήταν ότι μοίραζαν «δώρα» για λογαριασμό του φορολογούμενου και των Ευρωπαίων πιστωτών αξίας είτε ενός εκατομμυρίου και άνω (τόσο αξίζει η πρόσληψη στο δημόσιο στη ζωή ενός ατόμου) είτε δυο εκατομμυρίων και άνω (τόσο αξίζει η πρόσληψη στις ΔΕΚΟ). Με αυτά τα «δώρα» διασφάλιζαν την επανεκλογή τους για δεκαετίες και με όλα τα οφέλη που την συνόδευε. Πρώτο και πάνω απ' όλα, την μεγιστοποίηση της εξουσίας τους και δεύτερον τα όχι ευκαταφρόνητα υλικά οφέλη που συνοδεύουν την άσκηση του βουλευτικού επαγγέλματος (μισθός, αμάξι, δυνατότητα να προσλάβουν τη γυναίκα και κόρη στο γραφείο, κλπ). Τα οφέλη αυτά υπολογίζονται ότι αξίζουν για τον κάθε πολιτικό τουλάχιστον 5 εκ. ευρώ κατά τη διάρκεια της ζωής τους (200.000 απολαβές το χρόνο, για 20 χρόνια πολιτικής κάνει 4 εκατομμύρια μόνο, χωρίς να υπολογίζονται αυτοκίνητα, συντάξεις, τηλέφωνα, κλπ.)

Όμως το μεγαλύτερο οικονομικό κακό δεν το έκαναν οι υπεράριθμοι μόνο επειδή κατανάλωναν πόρους που ασφαλώς θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί αλλού. Το μεγαλύτερο κακό οφείλετο στο ότι η απασχόλησή τους έδινε λάθος σήματα στην αγορά σχετικά με τις επαγγελματικές επιλογές που θα έπρεπε να ακολουθήσουν οι επόμενες γενιές. Όπως έχει δείξει στις αναλύσεις του ο (αριστερός) κοινωνιολόγος Κώστας Τσουκαλάς, ολόκληρο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα οικοδομήθηκε πάνω σε μια και μονο αρχή: Όχι πως να προσφέρει τα απαραίτητα εφόδια που απαιτούνται σε μια δυναμική και συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία, αλλά στο πώς να προετοιμάσει τους απόφοιτους να διεκδικήσουν μια θέση στο δημόσιο -σε ένα δημόσιο που φαινόταν να έχει άπειρες δυνατότητες απορρόφησης.

Με αποτέλεσμα, σήμερα η Ελλάδα να είναι στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ των 27, στην παραγωγή επιχειρηματικών και τεχνολογικών καινοτομιών καθώς και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Και ας αφήσουμε επιτέλους τα αστεία περι «νεοφιλελευθερισμού» στην Ελλάδα: «Μετασοβιετικό» ήταν και είναι απ' άκρη σε άκρη το σύστημα, με τις περισσότερες ρυθμίσεις στην ΕΕ των 27 στις αγορές προϊόντων και εργασίας, το μεγαλύτερο κόστος κρατικής γραφειοκρατίας στις επιχειρήσεις, την δίωξη κάθε ανεξάρτητης επιχειρηματικής δραστηριότητας, την δημιουργία κρατικά ευνοούμενων «ολιγαρχών», το χαμηλότερο ποσοστό ξένων επενδύσεων στην ΕΕ των 27 κλπ.

Η μόνη διαφορά της Ελλάδας από το σύστημα Πούτιν είναι, όπως υποστήριξε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του πρόσφατα ο αφρικανολόγος καθηγητής Α.Χουλιάρας, ότι ενώ το σύστημα Πούτιν τρέφεται από την εξαγωγή πρώτων υλών, το Ελληνικό μετασοβιετικό σύστημα τρεφόταν για την αναπαραγωγή του από τον συνεχή εξωτερικό δανεισμό.