2.7.11

Απαγορευµένες αλήθειες



* άρθρο του Γιάννη Μαρίνου στο ΒΗΜΑ της 02.07.2011

Ανεξάρτητα από το αν θα εγκριθούν, όπως ελπίζω, το β’ µνηµόνιο και ο εφαρµοστικός νόµος (δεν το γνωρίζω όταν γράφεται αυτό το σηµείωµα), η οικονοµική κατάσταση της χώρας είναι χειρότερη από ποτέ κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Και θα παραµείνει, και µάλιστα επιδεινούµενη, αν δεν λεχθεί από όλους τους υπευθύνους όλη η αλήθεια, ώστε να αποδεχθεί το παραπλανηµένο και κακοµαθηµένο κοινωνικό σύνολο την επώδυνη έστω προσαρµογή του, παρά να προτιµήσει το άλµα στο κενό της πτώχευσης και της επανόδου στη δραχµή και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Γιατί αν προτιµήσει το δεύτερο, ως συνεπακόλουθο θα έχει την «ευηµερία» και την «ανεξαρτησία» της Κούβας και της Βόρειας Κορέας, ή της Αλβανίας του Εµβέρ Χότζα, µε ισόβιους µη εκλεγόµενους δικτάτορες, όπως διακαώς επιθυµούν οι υποδαυλίζοντας το αντικοινοβουλευτικό, άρα αντιδηµοκρατικό, µένος των δικαιολογηµένα ή όχι «αγανακτισµένων».

Πώς φθάσαµε εδώ το γνωρίζουν οι τακτικοί αναγνώστες µου. Ωστόσο για τα αίτια της τελευταίας φάσης του κατήφορου ας προσέξουµε κυβερνώντες και κυβερνώµενοι τις ευγενικά διατυπωµένες σκληρές αλήθειες, της τελευταίας συνέντευξης του διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος κ. Προβόπουλου («Καθηµερινή», 26/6), η οποία – περιέργως – αγνοήθηκε.

Αντιγράφω και σε παρένθεση σχολιάζω: «Υπήρξαν καθυστερήσεις και παραλείψεις στην υλοποίηση του µνηµονίου που έπληξαν την αξιοπιστία της χώρας και ενίσχυσαν την αβεβαιότητα». (Αρα δεν φταίει το µνηµόνιο αλλά η µη εφαρµογή του από τη σηµερινή κυβέρνηση.) «Το µεσοπρόθεσµο σχέδιο δεν δίνει επαρκή έµφαση στον περιορισµό των δαπανών, ενώ η επιβάρυνση των φορολογουµένων έχει εξαντλήσει τα όριά της». (∆ηλαδή µε το νέο µνηµόνιο – επιλογή της κυβέρνησής µας – και οι δαπάνες δεν περιορίζονται όσο απαιτείται και νέα φορολογική επιδροµή προτιµήθηκε, παρά την εξάντληση των ορίων αντοχής των νοµοταγών φορολογουµένων). «Η κρίση που περνάµε σήµερα αντανακλά το ναυάγιο ενός οικονοµικού προτύπου, που βασίστηκε στην τεχνητή επέκταση της ευηµερίας µε δανεικά και ήταν ευρύτατα αποδεκτή από την κοινωνία». Κάθε προσπάθεια ανακοπής του κατήφορου συντρίβεται στην οργίλη αντίδραση των βολεµένων του δηµόσιου τοµέα και του στρατού κατοχής των συνδικαλιστών τους, της αναίσχυντα λαϊκίζουσας Αριστεράς και στον φόβο του πολιτικού κόστους. «Το κόστος που καλούµεθα να καταβάλουµε σήµερα αποτελεί το κόστος πράξεων και παραλείψεων του παρελθόντος. Για πολλές δεκαετίες πιστέψαµε στη χίµαιρα ότι ο δηµόσιος τοµέας µπορεί να είναι η ατµοµηχανή της κοινωνικής ευηµερίας. Και έτσι µεταφέραµε συνεχώς πόρους προς αυτόν, ξοδεύοντας και σπαταλώντας σε χρήσεις χαµηλού και συχνά µηδενικού κοινωνικού οφέλους». Και ο κ. Προβόπουλος αναφέρει δύο συγκλονιστικά παραδείγµατα: «Αν από το 2000 µέχρι το 2010 (κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Νέας ∆ηµοκρατίας) δεν είχε αυξηθεί η απασχόληση στον δηµόσιο τοµέα και οι µισθολογικές προσαρµογές στο ∆ηµόσιο δεν υπερέβαιναν τον πληθωρισµό, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κατά 30 ποσοστιαίες µονάδες χαµηλότερο. Επιπρόσθετα, αν το ποσοστό των φορολογικών εσόδων στο ΑΕΠ, αντί να υποχωρήσει, παρέµενε στα επίπεδα του 2000, θα υπήρχε περαιτέρω µείωση του χρέους κατά 26 µονάδες» . ∆ηλαδή, αν δεν πραγµατοποιούνταν οι αθρόοι διορισµοί ηµετέρων προς άγραν των ψήφων τους και αν οι µισθολογικές αυξήσεις στο ∆ηµόσιο δεν υπερέβαιναν την αύξηση του πληθωρισµού, ούτε θα είχαµε φθάσει στην επικείµενη πτώχευση ούτε τα µνηµόνια και τα σκληρά µέτρα τους θα χρειάζονταν για τη διάσωση της χώρας. ∆υστυχώς αυτές τις απλές αλήθειες τις αντιπαρέρχονται όλοι σχεδόν οι πολιτικοί µας, ανεξαρτήτως χρώµατος, τα συνδικάτα και τα ΜΜΕ ακόµη και σήµερα. Γι’ αυτό είναι αµφίβολη η επιτυχής εφαρµογή και του β’ µνηµονίου. Απλώς θα αναβληθεί η χρεοκοπία για ένα-δύο χρόνια µε ακόµη οδυνηρότερη κατάληξη, αν η τρόικα δεν σπεύσει νωρίτερα να σταµατήσει να µας δανείζει.