16.7.11

Τα “έφαγαν” οι πολιτικοί;



* ένα άρθρο του κ. Τάκη Μίχα στο protagon.gr στις 13.07.2011, η "ένσταση" που διατύπωσε στο ίδιο μέσο στις 14.07.2011 ο κ Ανδρέας Παππάς και ένα δικό μου σχόλιο για τέλος...

Ένα από τα πλέον δημοφιλή αίτια που αναφέρονται στην δημόσια συζήτηση για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι ότι «τα έφαγαν οι πολιτικοί». Αυτό το επιχείρημα επιτρέπει σε έκαστον από εμάς να αρνείται να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσαρμογής στην σημερινή κατάσταση (είτε πληρώνοντας μεγαλύτερους φόρους είτε δεχόμενος μείωση μισθών/συντάξεων) με το δικαιολογητικό ότι στο βαθμό που τα «έφαγαν» άλλοι, δηλαδή οι πολιτικοί, αυτοί και μόνο αυτοί θα πρέπει να πληρώσουν το τεράστιο χρέος και τα ελλείμματα που έχουν συσσωρευθεί. Αυτή η άποψη πλέον σήμερα θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε, αν τολμήσει κανείς να την αμφισβητήσει, θα θεωρηθεί αυτόματα, αν όχι παράφρων, τότε τουλάχιστον «πράκτορας» της τρόικας, της Μέρκελ, των Εβραίων και γενικώς όλων όσων έχουν συσσωρεύσει τόσα δεινά για τον ελληνισμό -από τις Θερμοπύλες μέχρι σήμερα.

Φυσικά το ότι κάτι θεωρείται «αυτονόητο» δεν είναι και κατ' ανάγκη αληθές. Η άποψη ότι ένας κύριος με μακριά γενειάδα εφτιάξε τον κόσμο σε επτά ημέρες θεωρείτο κάποτε από πολλούς ανθρώπους ως αυτονόητο, αλλά αυτή η άποψη -αν εξαιρέσουμε τις ΗΠΑ και την Ελλάδα- έχει μάλλον αρχίσει να υποχωρεί.

Υπάρχουν δυο κυρίως αντεπιχειρήματα που καταδεικνύουν πως ο ισχυρισμός ότι τα «έφαγαν» οι πολιτικοί είναι αναληθής. Το πρώτο αντεπιχείρημα το οποίο αναπτύσσει ο συνάδελφος Κώστας Στούπας του capital.gr, προσεγγίζει το πρόβλημα από την πλευρά του δημοσίου χρέους.

Το δεύτερο αντεπιχείρημα το οποίο προσεγγίζει το θέμα από την πλευρά του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος, προέρχεται από τον Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο, πτυχιούχο Διοίκησης Επιχειρήσεων και τελειοφοιτο της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα δυο κυριότερα πεδία στα οποία μπορούνε να «φάνε» οι πολιτικοί είναι τα δημόσια έργα και (σε μικρότερο βαθμό) οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου.

Αντεπιχείρημα 1: Τα συνολικά έξοδα για μεγάλα έργα στην Ελλάδα τα τελευταία 15 έτη δεν στοίχισαν μαζί με τις υπερτιμολογήσεις τους πάνω από 10 δις ευρώ (ΜΕΤΡΟ, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, αεροδρόμιο, Εγνατία κλπ.). Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα έργα της Ολυμπιάδας που στοίχισαν κατά την πιο απαισιόδοξη εκτίμηση 13 δις ευρώ. Τέλος, ας προσθέσουμε και τις εξοπλιστικές δαπάνες που στοίχισαν στην πιο ακραία περίπτωση 35 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν όλων των δραστηριοτήτων που προσφέρουν ευκαιρίες πλουτισμού για τους πολιτικούς ανέρχεται σε 58 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι πολιτικοί είχαν την δυνατότητα να εισπράξουν ως μίζες το (εξωπραγματικό) ποσοστό του 15%. Αυτό μας δίνει σύνολο 8,7 δις ευρώ. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ σοβαρό ποσό, όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό στο δημόσιο χρέος των 350 δις που χρωστάει το ελληνικό κράτος! Τα άλλα 341,3 δις ποιός τα «έφαγε»;

Αντεπιχείρημα 2: To 2011 o προϋπολογισμός των δημοσίων δαπανών ανήλθε σε 8,5 δις ευρώ. Οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου (προμήθειες) ανήλθαν σε 2,29 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν αυτών των δυο δυνητικών πηγών αθέμιτου πλουτισμού ανήλθε σε 10,79 δις. Αν υποθέσουμε πάλι (εξωπραγματικές) μίζες της τάξης του 15% , τότε «φαγώθηκαν» συνολικά 1,615 δις. Όμως το ποσό αυτό ισοδυναμεί μετα βίας στο 0,7% του ΑΕΠ! Αλλά το έλλειμμα, αν δεν κάνω λάθος, ήταν 13% του ΑΕΠ. Τα άλλα 12,3% του ΑΕΠ ποιός τα “έφαγε”;

Προφανώς οι πολιτικοί έχουν τεράστια ευθύνη για την οικονομική κατάσταση που βρισκόμαστε. Όχι όμως επειδή «τα έφαγαν» όπως επιμένουν να διατείνονται πολλοί συμπολίτες μας. Η ευθύνη τους βρίσκεται κυρίως στην δημιουργία και διαιώνιση του πελατειακού κράτους. Και στο πελατειακό κράτος, όπως το λέει και ο όρος, ωφελούνται επίσης και κυρίως «οι πελάτες». Οι οποίοι σε ένα δημοκρατικό και «φιλολαϊκό» σύστημα όπως το ελληνικό, δεν αποτελούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος -πιθανότατα να είναι άνω του 50% των ψηφοφόρων των δυο μεγάλων κομμάτων.

@@

Με αφορμή το άρθρο του Τάκη Μίχα με τίτλο “Τα “έφαγαν” οι πολιτικοί;” θα ήθελα να απαντήσω και εγώ στον προβληματισμό του.

Φυσικά και δεν "έφαγαν" τα περισσότερα οι πολιτικοί. Το ερώτημα είναι τι ποσά "φαγώθηκαν" εξ' αιτίας πολιτικών. Και θα δώσω ένα παράδειγμα για να γίνω κατανοητός. Αν κάποιος υπουργός πάρει μίζα 1% για να δώσει ένα έργο αξίας 100εκ. σε κάποια συγκεκριμένη εταιρία η οποία θα βάλει τα 30εκ. στην τσέπη και θα δουλέψει τα 70εκ. τότε δεν έχει τόση σημασία ποιος τα έφαγε. Η κακοδιαχείριση αυτή θα έχει κοστίσει 30εκ. και η ευθύνη, στα μάτια μου, θα είναι καθαρά του υπουργού που ανέθεσε και παρέλαβε το έργο. Τόσο απλά. Επίσης όταν μια εταιρία μειοδοτεί παίρνοντας κάποιο έργο και ύστερα ζητάει περισσότερα για το τελειώσει, πάλι η πολιτική ηγεσία ευθύνεται η οποία δε μπόρεσε να προστατέψει τα συμφέροντα του κράτους μέσω των συμβολαίων που υπέγραψε. Όταν το κράτος δημιουργεί θέσεις εργασίας με κενό αντικείμενο, η ευθύνη για το κόστος είναι πολιτική. Οποιαδήποτε πολιτική απόφαση η οποία δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κράτους φέρει πολιτική ευθύνη. Δε με ενδιαφέρει πόσα έχει εισπράξει ο κάθε πολιτικός αλλά το πόσο μου έχει κοστίσει εμένα η απόφασή του.

Με αυτή τη λογική η ανάλυση που παρουσιάζει ο κ. Μίχας αποπροσανατολίζει. Το πραγματικό κόστος του "φαγώματος" είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που υποψιάζεται και η πολιτική ηγεσία έχει πολύ μεγαλύτερη ευθύνη από αυτήν που οι τραπεζικοί λογαριασμοί της φανερώνουν. Και δε θα ζητήσω την ευθύνη από τον ιδιώτη γιατί έχω αναθέσει με τη ψήφο μου την αρμοδιότητα της διαχείρισης σε κάποιον πολιτικό που μου ζήτησε αυτήν την αρμοδιότητα - μόνο εδώ μπορώ να αναγνωρίσω ευθύνη στους ψηφοφόρους: επειδή επέλεξαν λάθος διαχειριστές.

Και φυσικά δεν ισχυρίζομαι ότι κάποιοι που σήμερα φωνάζουν δεν έχουν επωφεληθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από τη σπατάλη αυτή. Αλλά ακόμα και αυτοί έχουν δικαίωμα διαμαρτυρίας. Όχι για το προνόμιο που τους αφαιρέθηκε αλλά για την πολιτική η οποίο τους οδήγησε να αναζητήσουν αυτό το προνόμιο σε βάρος του κράτους. Αλλά δεν είναι όλοι ωφελημένοι και είναι πολύ άδικο να τους βάζουμε όλους στην ίδιο κατηγορία. Και αυτοί που επωφελούνται συστηματικά δεν είναι ούτε το κράτος, ούτε ο λαός, όπως θα έπρεπε σε ένα υγιές δημοκρατικό κράτος.

Για αυτόν το λόγο το “μαζί τα φάγαμε” του κ. Πάγκαλου είναι τόσο προκλητικό: γιατί επιχειρεί να απενοχοποιήσει τους πολιτικούς ενοχοποιώντας όλους και έτσι έμμεσα απενοχοποιεί και την ίδια την πρακτική του “φαγώματος”. Ή με άλλα λόγια “όταν όλοι τρώμε, δεν υπάρχει πρόβλημα”, παρά το γεγονός ότι τα παιδιά μας δε θα έχουν να φάνε. Είναι η απενοχοποίηση της πελατειακής λογικής και η αναγωγή της σε νόμιμη πολιτική φιλοσοφία. Έμμεσα ο κ. Πάγκαλος υποστηρίζει, αφού δεν απολογήθηκε μετά τη δήλωση του, ότι το πρόβλημά μας είναι ότι μας τελείωσαν τα λεφτά και όχι ότι αυτό που κάναμε ήταν λάθος. Δηλαδή νίπτει τας χείρας του υποθέτοντας ότι η δουλειά που ο κόσμος του είχε αναθέσει ήταν απλώς να μοιράζει λεφτά δεξιά και αριστερά.

Η εμμονή του κ. Μίχα να κατηγορεί όσους διαμαρτύρονται για τα στραβά αυτής και των προηγουμένων κυβερνήσεων έχει ενδιαφέρον. Θα πίστευε κανείς ότι ο κ. Μίχας είτε δέχεται πως δεν υπάρχουν στραβά ή ότι κανείς δε δικαιούται να διαμαρτύρεται για αυτά γιατί είναι όλοι ένοχοι. Πιστεύω ότι ισχύει το δεύτερο. Ο κ. Μίχας όπως και ο κ. Πάγκαλος απευθύνονται σε κόσμο που είναι ένοχος και προφανώς, αυτό πιστεύουν για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού διαφορετικά θα διευκρίνιζαν σε ποιους απευθύνονται. Δεν απευθύνονται στους λίγους - κατά τη γνώμη τους - που δεν είναι ένοχοι. Σε αυτούς κανείς δεν απευθύνεται γιατί ο ρόλος τους στην ελληνική κοινωνία θεωρείται περιθωριακός, αφού αν δε "λερωθείς" θα μείνεις στο περιθώρια. Ευχαριστούμε κ. Πάγκαλε και κ. Μίχα που προάγετε αυτές τις αντιλήψεις.

@@

Για το κλείσιμο, μια σκέψη-σχόλιο δικό μου: μήπως όμως τελικά το να προσπαθούμε να βρούμε αποδιοπομπαίους τράγους μεταξύ των πολιτικών για το «φάγωμα» απενοχοποιεί όλους εμάς που τελικά «τα φάγαμε» π.χ. ωφελούμενοι κατ'αρχήν εργασίας στο δημόσιο την οποία δεν δικαιούμαστε με βάση τα προσόντα αλλά και τις ανάγκες της κοινωνίας και την ανταποδοτικότητα (τον φόρο) με την οποία τις καλύπτει και στη συνέχεια «διαπλεκόμενοι» με τους λοιπούς συγγενείς και φίλους στων οποίων την φοροαποφυγή παρείχαμε «κάλυψη» με το αζημίωτο; Διότι αρκεί σε κάποιον να κάνει μια βόλτα σε νεόδμητη γειτονιά (κατά προτίμηση με οροφοδιαμερίσματα ή μεζονέτες) και να αποτυπώσει την ανθρωπογεωγραφία περί τα επαγγελματικά: «ποτάμια» λαού εγκαταλείπουν το μέρος περί την 6:30 πρωινή προσερχόμενοι στη δημόσια υπηρεσία όπου απασχολούνται (όχι, το εργάζονται έχει άλλη έννοια, εμπεριέχει και την παραγωγή του αποτελέσματος και δεν ισχύει παρά για λίγους...), αντίστροφη η εικόνα το μεσημέρι, μετά τις 14:30 και για μία ώρα... Μεσούσης της ημέρας δε, οι νέοι άνθρωποι που θα συναντήσεις επί τόπου είναι οι πενηντάρηδες συνταξιούχοι των ΔΕΚΟ (οι εκλεκτοί της κομματοκρατίας...), αργά το απόγευμα και το βράδυ προσέρχονται και οι ολίγοι «καταραμένοι», επιχειρηματίες, επαγγελματίες και στελέχη του ιδιωτικού τομέα που υποχρεώνονται να δουλέψουν «διπλοβάρδια» για να ζήσουν και αυτοί μιας και το προΐόν της πρώτης βάρδιας το εισέπραξαν ήδη οι από μεσημβρίας αναπαυόμενοι...