14.7.11

Ηγέτες για κλάματα, αλλά με στυλ...


*άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη από την Καθημερινή της 13.07.2011 με σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη από την Καθημερινή της 10.07.2011

Δόξα τω Θεώ, παρά την ανυπαρξία ηγεσίας σε τούτο τον τόπο, το στυλ ποτέ δεν μας έλειψε! Κάτι είναι κι αυτό, μην το περιφρονείτε. Τουλάχιστον το στυλ, με τις εντυπώσεις που δημιουργεί, υποβάλλει στον θεατή -έστω προσωρινώς- την ιδέα της ηγεσίας, ακόμη και όταν η ίδια απουσιάζει. Ως γνωστόν, πενία τέχνας κατεργάζεται· κι όταν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να προσφέρεις, επινοείς κάτι για να το μοστράρεις. Αν σε πιστέψει κανείς, κακό του κεφαλιού του· αλλά εν τω μεταξύ εσύ κερδίζεις χρόνο για να μηχανευτείς το επόμενο βήμα, βασιζόμενος στην παγκοίνως γνωστή -πλην σπανίως διατυπούμενη- αλήθεια ότι την πλειοψηφία έχουν πάντα οι ηλίθιοι.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις μού έδωσε ένα ωραίο περιστατικό, που συνέβη χθες στη Βουλή. Σε μία αίθουσα κοντά σε εκείνην του υπουργικού συμβουλίου, όπου είθισται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να καλεί τους δημοσιογράφους «προς ενημέρωσιν». Εκεί, λοιπόν, χθες, πριν από το μεσημέρι, ο Ηλίας Μόσιαλος τους είχε φωνάξει όλους. Μοναδικός παριστάμενος, πλην των «gentlemen of the Press», ένας υπάλληλος, ο οποίος ρουφούσε αρειμανίως το τσιγάρο του, ενώ συγχρόνως ήταν πλήρως αφοσιωμένος στον υπολογιστή του. Να ήταν χαμένος στο Facebook; Βυθισμένος στο «Call of duty: Black Ops»; Αδηλον παντί πλην ή τω Θεώ...

Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπήκε μέσα στην αίθουσα ο Πάγκαλος! (Εδώ, κάνουμε σύντομη παύση, ώστε ο μουσικός επιμελητής να βάλει κάτι βαρύ, απειλητικό και θυελλώδες: ας πούμε το δεύτερο μέρος της 5ης του Μάλερ ή τον «Χορό των ιπποτών» από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Προκόφιεφ - κάτι τέτοιο, τέλος πάντων...) Ο Πάγκαλος αντιλαμβάνεται αμέσως τον καπνιστή και λέει, με τη βροντώδη φωνή του βαρύτονου, απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους: «Βλέπω ότι καταστρατηγείτε τον νόμο που απαγορεύει το κάπνισμα». Οι δημοσιογράφοι του δείχνουν τον καπνιστή. (Ηταν υπάλληλος της Βουλής, υπάλληλος του ΠΑΣΟΚ; Ποιος ξέρει...) «Α! Ωστε αυτός καπνίζει», βρυχάται ο βαρύτονος της κυβέρνησης, στο στυλ με το οποίο ο Σκάρπια, στη γνωστή όπερα του Πουτσίνι, αναφωνεί το περίφημο «Tosca, finalmente mia!» Ο καπνιστής δεν ανταποκρίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον. Συνεχίζει να ρουφάει το τσιγαράκι του και να είναι βουτηγμένος στον υπέροχο virtual κόσμο του υπολογιστή του.

Η σκηνή τελειώνει εδώ· και ο νοητός μουσικός επιμελητής της στήλης βάζει το «νιάου, νιάου, βρε γατούλα» του Χατζηδάκι. Διότι ο Πάγκαλος -ο, υποτίθεται, τρομακτικός Πάγκαλος- δεν αντέδρασε στην αδιαφορία του παραβάτη για την παρατήρηση που του είχε κάνει. Οπότε, αφού ο άλλος τον έγραφε, ο Πάγκαλος τον αγνόησε και, ούτως ειπείν -Καβαφικώς ειπείν-, «πήγε πέρα στην τιμή και την πεποίθησή του». Το οπερατικό στυλ του Πάγκαλου εκμηδενίστηκε από έναν απόγονο του Καραγκιόζη. (Υπό την έννοια ότι, λίγο ώς πολύ, όλοι τοιούτοι -με την καλή έννοια- είμεθα...)

Σε αυτό το περιστατικό, νομίζω ότι βρίσκουμε σήμερα τα όρια των δυνατοτήτων της πολιτικής στην Ελλάδα. Εντάξει, δεν περιμένω ο Πάγκαλος να πλακώσει στις κλωτσιές τον παραβάτη του αντικαπνιστικού νόμου και να τον πετάξει έξω από το γραφείο! Αλλά ποιος επιτέλους θα προστατεύσει τη νομιμότητα από τον κάθε Ελληνάρα που κάνει ό, τι του καπνίσει και όποτε του καπνίσει; Θα μου πείτε για ανθρώπινα δικαιώματα και τα τοιαύτα. Χαίρω πολύ! Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι θαυμάσια, προϋποθέτουν όμως ένα υπόστρωμα παιδείας και πολιτισμού. Για τους απολίτιστους και τους κάφρους, φοβάμαι ότι είναι μια δικαιολογία για την αχαλίνωτη έκφραση του εγωισμού τους. Με τούτα και με ’κείνα, άλλωστε, καταντήσαμε σήμερα να έχουμε την πλατεία Συντάγματος κατειλημμένη από το τσιγγαναριό των «Αγανακτισμένων» και να μην τολμά η Αστυνομία να τους πάρει σηκωτούς.

Ομως, φεύγω μακριά από το θέμα μου, που είναι οι δυνατότητες της πολιτικής. Αυτές, λοιπόν, φοβάμαι ότι εξαντλούνται στο στυλ. Στο στυλ του διαπιστωτικού, ενίοτε καταγγελτικού λόγου, που απλώς υποκαθιστά τη δημοσιογραφία. Θυμηθείτε, φερ’ ειπείν, το περίφημο άρθρο του Θ. Πάγκαλου στην «Καθημερινή» προ εβδομάδων. Ο κύριος αντιπρόεδρος περιορίστηκε να μας γράψει (πάντα με την καλή έννοια) πώς έχει η κατάσταση στην Αθήνα: μας είπε, με άλλα λόγια, ότι δεν γίνεται τίποτε για να αλλάξει η Αθήνα. Θυμηθείτε, ακόμη, την αντίδραση του πρωθυπουργού έπειτα από ένα Σαββατοκύριακο τραμπουκισμών εις βάρος βουλευτών του: πρότεινε ο καημενούλης... διακομματική επιτροπή. (Αυτό κι αν ήταν η τελεία αποθέωση του στυλ άνευ περιεχομένου!) Θυμηθείτε, τέλος, τον ανεκδιήγητο κύριο Παπουτσή, όταν χρησιμοποιούσε το βήμα της Βουλής για να διατρανώσει: «Κάτω τα χέρια από τη γυναίκα μου και το παιδί μου!» Χωρίς την παραμικρή έγνοια για όλους εκείνους, που δεν είναι υπουργοί και ούτε τη δυνατότητα έχουν να απευθυνθούν στην Αστυνομία, επειδή απλώς δεν θα ενδιαφερθεί. Σε αυτά -δηλαδή, στα λόγια- περιορίζεται η δράση της πολιτικής.

Ποιος φταίει; Νομίζω ούτε οι Ελληνες, ως έθνος γενικώς, ούτε το κακό το ριζικό μας. Παραφράζοντας τον Yates, θα έλεγα ότι το κέντρο δεν κρατάει πια και, γι’ αυτό, όλα τα άλλα γύρω διαλύονται. Πάσχουμε από κρίση ηγεσίας. Αυτό γεννά και την κρίση εκπροσώπησης στην πολιτική. Ο κόσμος των αξιών της εργασίας, του μόχθου και της προόδου (αυτός ο κόσμος τον οποίο οι σοσιαλιστές δεν κουράζονται να στύβουν όλο και περισσότερο) μένει εκτός πολιτικής. Ετσι αφήνει το πεδίο ελεύθερο στους χαχόλους του λαϊκισμού και της -μικρής ή μεγάλης- αρπαχτής. Η «ανυπακοή» (την οποία σε ανύποπτο χρόνο κήρυττε το ΚΚΕ, χωρίς να φαντάζεται ότι θα προέκυπτε από εκεί όπου δεν το περίμενε...) έγινε «ελευθερία» και, με πρώτη ευκαιρία, αναμετριέται με τα ανθρωπάκια που συνιστούν την πολιτική ηγεσία. Μακάρι να είχαμε μία Θάτσερ! Εναν πολιτικό που να μπορεί να μεταδώσει στον κόσμο, με απλά λόγια, την πίστη του για την ανάγκη να τσακίσουμε την ιδεολογία του κράτους-πατερούλη, αυτήν που συντηρεί την άθλια νοοτροπία του λαϊκισμού...