5.7.11

Βάρη και περιστολές



* άρθρο τoυ Άγγελου Στάγκου στην Καθημερινή της Κυριακής 26.06.2011

Μούδιασε ο κόσμος όταν προχθές ο Ευ. Βενιζέλος ανακοίνωσε τα μέτρα που θα περιλαμβάνει το περίφημο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα. Δεν υπαρχει αμφιβολία ότι το φορτίο που καλούνται να σηκώσουν οι Ελληνες πολίτες ώς το 2015 είναι βαρύ, σχεδόν ασήκωτο. Οποιος, όμως, πίστευε και πιστεύει ότι θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα, ή δεν μπορεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα ή προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό του και τους άλλους.

Μόλις έγινε αντιληπτό ότι η ελληνική κυβέρνηση πήγε να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα, έσπευσε η τρόικα να αποκαταστήσει την τάξη και ο νέος υπουργός Οικονομικών πήρε και αυτός γεύση της αυστηρότητας με την οποία μας αντιμετωπίζουν οι δανειστές μας. Από την πλευρά του και ο Α. Σαμαράς θα πρέπει πλέον να έχει καταλάβει από πρώτο χέρι ότι το κλίμα που επικρατεί στην Ευρώπη για τη στάση του δεν οφείλεται σε κακή πληροφόρηση και στρέβλωση των θέσεών του. Είναι φανερό και δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι θα συνεχίσουμε να «αναπνέουμε» μόνον όσο τηρούμε τους όρους που μας επιβάλλονται... Το μόνο ερώτημα που μένει να απαντηθεί σχετίζεται με την ορθότητα ή όχι της συνταγής, αλλά αυτό θα το διαπιστώσουμε εκ του αποτελέσματος.

Από την άλλη πλευρά, είναι φανερό ότι στην ελληνική κοινωνία τείνουν να επικρατήσουν περίεργες απόψεις. Οτι μπορούμε να αποτινάξουμε τον «ζυγό» της τρόικας, ότι δεν πρέπει να δεχθούμε τους όρους, ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε το χρέος μας, ότι δεν είναι και τόσο φοβερό να επανέλθουμε στη δραχμή ή ότι μπορούμε να αντέξουμε τις συνέπειες της πτώχευσης. Δεν έχει και τόση σημασία να ψάξουμε και να βρούμε πώς και γιατί επικρατούν απόψεις που ισοδυναμούν με «απονενοημένα διαβήματα». Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες απόψεις καλλιεργούνται και κερδίζουν έδαφος.

Ωστόσο, τα μέτρα που επιβάλλουν οι δανειστές μας θα μπορούσαν να είναι λιγότερο σκληρά και επομένως λιγότερο δυσβάστακτα. Αρκεί η κυβέρνηση, με την πραγματική συναίνεση του συνόλου των κομμάτων, να έκανε μία προσπάθεια εξορθολογισμού του δημόσιου τομέα, μείωσης των δαπανών του και αναδιάρθρωσής του ώστε να μπορούμε κάποια στιγμή να πούμε ότι η Ελλάδα διαθέτει κρατική μηχανή. Γιατί διοίκηση δεν είχαμε εδώ και πολλά χρόνια και το γεγονός αυτό το αποκάλυψε σε όλη του τη... μεγαλοπρέπεια η κρίση. Και τίποτα δεν μπορεί να γίνει αν δεν αρχίσει να λειτουργεί στοιχειωδώς αποτελεσματικά η δημόσια διοίκηση.

Το συμμάζεμα και η μείωση των δαπανών της δημόσιας διοίκησης αρχίζει από την εξολόθρευση... κυριολεκτικά των υπαλλήλων που πληρώνονται από το κράτος και δεν δουλεύουν. Υπάρχουν πολλές χιλιάδες υπάλληλοι που δεν εμφανίζονται στη δουλειά τους επί μήνες και χρόνια ολόκληρα, που έχουν στήσει ιδιωτικές επιχειρήσεις και εισπράττουν την αργομισθία τους με όλες τις ωριμάνσεις και τα επιδόματα. Αυτοί όλοι υποτίθεται ότι δουλεύουν σε υπουργεία, σχολεία και ΔΕΚΟ, δεν είναι καν αποσπασμένοι και δεν νομιμοποιείται κανένα κόμμα να προβάλει τα στήθη του υπέρ τους. Ολο το θέμα είναι να τους εντοπίσουν οι διοικήσεις προσωπικού, που μπορούν να το κάνουν αλλά το αποφεύγουν για να μην... μπλέξουν ή στο όνομα μίας κακώς εννοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης.

Το δεύτερο βήμα για την περιστολή των δαπανών του Δημοσίου είναι η διάλυση άχρηστων φορέων και υπηρεσιών και οι περιβόητες συγχωνεύσεις άλλων, τις οποίες ακούμε, αλλά δεν έχουμε δει ακόμη. Οι υπουργοί της κυβέρνησης είναι υποχρεωμένοι να επιδείξουν βούληση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι εξίσου υποχρεωμένα να στηρίξουν την κατάργηση δημόσιων φορέων οποιασδήποτε μορφής που δεν προσφέρουν τίποτα. Και το τρίτο ζήτημα είναι βέβαια η κατάργηση εξωφρενικών προνομίων που έχουν «κατακτήσει» απασχολούμενοι σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, όπως τα ΕΛΠΕ, η Βουλή και άλλοι. Και αυτοί πρέπει να αισθανθούν ότι το προηγούμενο μοντέλο της ασυδοσίας έχει τελειώσει.

Τα βάρη που καλούνται να σηκώσουν ο ιδιωτικός τομέας και οι απανταχού φορολογούμενοι και εργαζόμενοι είναι τεράστια. Δεν αντέχουν να συντηρούν έναν αδηφάγο και άχρηστο δημόσιο τομέα.