16.6.11

Τελετή λήξης

άρθρο του Στ. Κασιμάτη
από την Καθημερινή
της 16.06.2011
Οπως καταλάβαμε χθες, μία ημέρα πριν από τα πεντηκοστά ένατα γενέθλιά του (που είναι σήμερα, 16 Ιουνίου), ο Γιώργος Παπανδρέου ουσιαστικά έπαψε να είναι πρωθυπουργός. Ισως το επίρρημα «ουσιαστικά» να περιττεύει, καθώς μέχρι τώρα ποτέ δεν ήταν πρωθυπουργός με την ουσιαστική έννοια του όρου: κυρίως προήδρευε σε ατελείωτα υπουργικά συμβούλια, για τα οποία θα έλεγε κανείς ότι σκοπό είχαν όχι τη λήψη των απαραίτητων δύσκολων αποφάσεων, αλλά την αποφυγή τους. Διακρίθηκε, επίσης, επειδή κατά καιρούς, επιδεικνύοντας ασυνήθιστη επιμέλεια και σοβαρότητα, ησχολείτο με την επιμόρφωση των στελεχών της κυβέρνησής του, γύρω από τις διάφορες trendy τάσεις του New Age.

Χθες το απόγευμα, κατά τις πληροφορίες -πληροφορίες εν πολλοίς αντικρουόμενες, δεδομένου ότι η κάθε πλευρά επεδίωκε να παρουσιάσει με τον ευμενέστερο δυνατό τρόπο τη στάση της- στην τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του πρωθυπουργού και του προέδρου της Ν.Δ., που ακολούθησε τη συνάντηση του πρώτου με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ετέθη το ζήτημα παραίτησης του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία και σχηματισμού κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. υπό την ηγεσία προσωπικότητος κοινής αποδοχής. Σε περίπτωση κατά την οποία η προσπάθεια δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί, ο Γιώργος εφέρετο -κατά τις ίδιες πληροφορίες- διατεθειμένος να παραμείνει στη θέση του, ώστε «να συνεχίσει τη δουλειά του ως εκλεγμένος πρωθυπουργός της χώρας»! Το τελευταίο ήταν, ασφαλώς, ένα σκληρό αστείο εις βάρος του. Ενας αυτοσαρκασμός ενδεικτικός, ενδεχομένως, της απελπιστικής ψυχολογικής κατάστασης του Γιώργου Παπανδρέου. Ενα αστείο, που αμφιβάλλω αν και αυτοί οι κηπουροί (του υπουργικού συμβουλίου) ακόμη μπορούσαν να το πάρουν στα σοβαρά. Διότι από τη στιγμή που ένας πρωθυπουργός παραδέχεται την αδυναμία του να κυβερνήσει, προφανώς δεν υπάρχει πλέον οδός επιστροφής.

Οι ώρες περνούσαν και όλοι περίμεναν. Κατά τις 10 μ.μ., σχεδόν επτά ώρες αφ’ ότου ανεμένετο το προαναγγελθέν τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο Γιώργος Παπανδρέου βγήκε και αναίρεσε όσα είχαν επιμελώς διαρρεύσει προηγουμένως από αξιωματούχους του Μαξίμου. Με μια ασυνήθιστα σύντομη (για τα δικά του δεδομένα) δήλωση, μια δήλωση που υποτίθεται ότι την ετοίμαζε όλο αυτό το διάστημα, ο «πρωθυπουργός» φόρτωσε στον Αντώνη Σαμαρά την αποτυχία σχηματισμού κοινής κυβέρνησης με τη Ν.Δ. και ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει ανασχηματίζοντας την «κυβέρνησή» του.

Εχω την εντύπωση ότι η ιλαροτραγωδία που ζήσαμε χθες (και για την οποία ευθύνεται και ο αρχηγός της Ν.Δ., που ιδιοτελώς κινούμενος διοχέτευσε στον Τύπο πληροφορίες για τη συνομιλία του με τον πρωθυπουργό) ήταν η τελετή λήξης της κυβέρνησης του Γιώργου, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της από σήμερα. Παραφράζοντας τον πασίγνωστο στίχο από το ποίημα «Κούφιοι άνθρωποι» του Τ.Σ. Ελιοτ, θα λέγαμε: This is the way the government ends, not with a bang but a whimper. Στην περίπτωσή μας είχαμε και τα δύο: Τον κρότο (bang) τον έβαλαν οι αναρχικοί με τις καταστροφές που προκάλεσαν χθες το απόγευμα, το κλαψούρισμα (whimper) ο πρωθυπουργός, με την ψυχολογική κατάρρευσή του, που προκάλεσαν τα αυγά και τα γιουχαΐσματα του πρωινού.

Ο,τι και αν βγει από τη θλιβερή προσπάθεια του «πρωθυπουργού» να περισώσει τα προσχήματα της αξιοπρεπείας του, είναι μάταιο να ελπίζει κανείς ότι αυτή η χώρα, της οποίας η πιστοληπτική αξιοπιστία υπολείπεται της Τζαμάικας (αλλά και του ομοίως εξωτικού Εκουαδόρ...), θα αποκτήσει κυβέρνηση υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, η οποία θα μπορούσε να τη βάλει στην πορεία που οδηγεί πέρα από την κρίση. Κυβέρνηση, δηλαδή, η οποία θα πραγματοποιήσει τις αποκρατικοποιήσεις, αδιαφορώντας για τις υστερικές οιμωγές των πελατών της, κυβέρνηση η οποία θα έκανε τις απαραίτητες περικοπές στον δημόσιο τομέα, ώστε να μειωθεί το έλλειμμα, ώστε να σταλεί το μήνυμα στις αγορές ότι η Ελλάδα δεν σκοπεύει να αυτοκτονήσει, όταν μάλιστα ακόμη και η Γερμανία πλέον προσπαθεί να τη διασώσει.

Η παρουσία του Γιώργου Παπανδρέου στην κυβέρνηση -για όσο ακόμη θα τη χαιρόμαστε- είναι πλέον μόνον τυπική. Θα μας λείψει, λοιπόν, ο Γιώργος; Νομίζω ναι· και δεν το λέω προτάσσοντας το προσωπικό συμφέρον μου, ως γραφιάς που οφείλει καθημερινά να γεμίζει τη στήλη του. Δεν θα μας λείψει, βέβαια, ο ίδιος και οι υπηρεσίες -συχνά καταστροφικές- που προσέφερε, αλλά θα μας λείψει η συγκεκριμένη φάση της κρίσης με την οποία ταυτίστηκε. Διότι φοβάμαι ότι, όπως εξελίσσεται το πράγμα, τα στάδια της κατάρρευσης που θα ακολουθήσουν θα είναι τόσο φοβερά, ώστε θα νοσταλγούμε την εποχή του Μνημονίου Ι. (Αφήστε, δε, ότι θα μας λείψουν οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του έργου. Darling Paul! Freiherr φον Δρούτσας! Τίνα from outer space! Μα πού θα ξαναβρεθούν τέτοια «εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου»;)