31.5.11

Ιδιωτικοποιήσεις: μερικές σκέψεις...



Κατ’αρχήν, να απαντήσω στο ρητορικό (για όσους με γνωρίζετε) ερώτημα: «συμφωνώ ή διαφωνώ;» Σαφώς συμφωνώ με τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, το κράτος, ο δημόσιος τομέας, δεν κάνει παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών, η παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών είναι ατομικό καθήκον των πολιτών μέσα από το οποίο προκύπτουν κέρδη και ανάπτυξη αλλά και ο φόρος, η συνεισφορά στα κοινά.

Με λίγα λόγια το κράτος μου σαφώς και δεν επιθυμώ να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά να δημιουργεί δραστηριότητα και ανάπτυξη..!! Να θέτει, εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών, τους κανόνες του επιχειρείν, να ασκεί έλεγχο ως προς τον σεβασμό και την τήρηση τους από όλους, να φροντίζει για την ίση πρόσβαση όλων των πολιτών σε αγαθά και υπηρεσίες, διαχειρίζεται τις σχέσεις της κοινωνίας με άλλες κοινωνίες.

Αυτό το κράτος είναι και μικρό και ευέλικτο. Και, προς το συμφέρον της κοινωνίας, στελεχώνεται από τους καλύτερους, τόσο σε γνώσεις όσο και σε ηθική, τους οποίους και αμοίβει καλά και ελέγχει διαρκώς με διαδικασίες δημοσιοποίησης των αποφάσεων τους και του σκεπτικού τους. [Ε, αυτοί οι λίγοι τελικά δεν πειράζει αν απολαμβάνουν και της μονιμότητας...]

Δημιουργώ δουλειές όμως δε σημαίνει κάνω το κράτος παραγωγό, άρα και εργοδότη..!! Δημιουργώ δουλειές σημαίνει μορφώνω τους πολίτες μου έτσι ώστε να επιχειρούν εύκολα και ελεύθερα, να αναπτύσσουν προϊόντα και υπηρεσίες διαρκώς βελτιούμενες και να τις θέτουν στον εγχώριο και διεθνή ανταγωνισμό.

Εδώ είναι το δεύτερο θέμα, ο ανταγωνισμός, πολύπαθη έννοια στην «κομμουνιστική» Ελλάδα των τελευταίων τριάντα χρόνων. Ο πρώτιστος παράγων επιτυχίας μιας κοινωνίας είναι ο υγιής ανταγωνισμός των επιχειρούντων μελών της. Όταν λοιπόν η ίδια η κοινωνία, το δημόσιο, επιχειρεί, τότε ανταγωνίζεται τα μέλη του και το κάνει και αθέμιτα, ως ελέγχων και ελεγχόμενος, με αποτέλεσμα τη διαπλοκη..!! Συνυφασμένη είναι και η έννοια των μονοπωλίων, έννοια τη οποία εν γένει δεν υφίσταται σε μια ελεύθερη κοινωνία όπου λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Διότι ακόμα και όταν επιχειρεί μόνο ένας, εν τη απουσία δεύτερου, η κοινωνία έχει φροντίσει να μην του επιτρέπει να εκμεταλλεύεται την κυρίαρχη θέση του.

Τα έγραψα όλα αυτά γιατί θεωρώ ότι πρέπει να αποτελούν υποδομή σκέψης σε κάθε φιλελεύθερο, σήμερα που το κρίσιμο ερώτημα για την χώρα είναι εάν πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στην ριζική μείωση του κράτους, διαμορφώνοντας την διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ανανεωτικής, φιλελεύθερης αντίληψης και του κρατικοδίαιτου, αριστερίστικου λαϊκισμού.

Το διακύβευμα λοιπόν από την ιδιωτικοποίηση π.χ. των λιμανιών Πειραιά και Θεσσαλονίκης, δεν είναι το τίμημα, αυτό είναι κάτι το προσωρινό. Εξάλλου, η λειτουργία, η εύρυθμη λειτουργία, των λιμανιών θα παράγει και κέρδη και απασχόληση, άρα φορολογητέο προϊόν για την κοινωνία μας. Το διακύβευμα είναι να μην δημιουργηθούν κατ’ αρχήν δημόσια μονοπώλια (κάτι που επιχειρείται με την συγχώνευση κάτω από τα δύο μεγάλα λιμάνια και όλων των μικρότερων γειτονικών περιφερειακών) τα οποία κατόπιν ανεξέλεγκτα θα μετατραπούν σε ιδιωτικά μονοπώλια.

Θα ρωτήσετε πως μπορεί να γίνει αυτό. Ένα παράδειγμα: στην Αττική έχουμε δύο κύρια επιβατικά λιμάνια, τον Πειραιά και την Ραφήνα, για να υπάρχει ανταγωνισμός μπορούμε λοιπόν να τα ιδιωτικοποιήσουμε ανεξάρτητα, να εξασφαλίσουμε με έλεγχο της λειτουργίας τους και των παρεχόμενων υπηρεσιών ότι δεν θα προκύψει ούτε τραστ ούτε άλλες εναρμονισμένες πρακτικές και, παράλληλα, να εφαρμόσουμε το μεταφορικό ισοδύναμο στον υπολογισμό του κόστους (ισοδύναμο κόστος σε αεροπορική, ναυτιλιακή και οδική μεταφορά). Έτσι, π.χ. θα αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής λογικής ανάπτυξης του κάποιο λιμάνι να χρηματοδοτεί την κατασκευή υποδομών καλύτερης πρόσβασης (μετρό, προαστιακός, αυτοκινητόδρομοι, στάθμευση) στις εγκαταστάσεις του με στόχο να προσελκύσει επιβατικό κοινό άρα και εταιρείες παροχής ναυτιλιακών μεταφορών.

Αντίθετα, αυτό που σήμερα σχεδιάζεται με το πρόσχημα «να ανέβει η τιμή πώλησης» ώστε να μην υποχρεωθεί σε φορολόγηση των πολιτών η κυβέρνηση, η από κοινού πώληση τους με την Ραφήνα ως θυγατρική του Πειραιά, σαφώς δεν εγγυάται ούτε τον ανταγωνισμό σε τοπικό επίπεδο (η επίκληση του ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν ευσταθεί, δεν θα πάρεις πλοίο π.χ. από το Μπάρι ή την Μασσαλία για να πας στις Κυκλάδες ή την Κρήτη) ούτε την λειτουργία προς ώφελος του κοινωνικού συνόλου.

Διότι τελικά η υψηλή τιμή αγοράς και η «σοσιαλιστική» παροχή του «προνομίου» της μονοπωλιακής λειτουργίας, το μόνο που εγγυάται είναι ότι ο επιχειρηματίας θα διαμορφώσει τις τιμές παροχής υπηρεσιών σε υψηλό επίπεδο ώστε να επιτύχει την ταχύτερη εφικτή απόσβεση. Θυμηθείτε ότι ακριβώς το ίδιο έγινε στην αρχή της μονοπωλιακής λειτουργίας του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος αλλά και στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της, ιδιωτικής, Αττικής Οδού και των «ιδιωτικοποιημένων» αυτοκινητοδρόμων, όπου ο μονοπωλιακός χαρακτήρας της υπηρεσίας προστατεύθηκε με την καθυστέρηση ή αναστολή έργων εκσυγχρονισμού στο παράπλευρο δημόσιο (και δωρεάν) οδικό δίκτυο ώστε να παρακινείται ο πολίτης να πληρώνει για την χρήση μιας ιδιωτικής υπηρεσίας με αντάλλαγμα την ασφάλεια του, η οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι υποχρέωση του κράτους για την οποία σήμερα οι πολίτες υπερφορολογούνται χωρίς αντάλλαγμα...