21.3.11

Η παιδεία, οι συγχωνεύσεις, το κοινωνικό χρήμα και ο «υπουργός χουβαρντάς»...



Σίγουρα, το να κλείνει ένα σχολείο δεν είναι ευχάριστο. Για κανέναν και για τίποτα. Πριν όμως αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με το γιατί έκλεισε, μήπως πρέπει να ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στο παρελθόν, να αναρωτηθούμε γιατί άνοιξε;; Ή μήπως γιατί παρέμεινε ανοικτό παρά την μείωση του παραγόμενου κοινωνικού έργου (τη μόρφωση των μαθητών, δηλαδή), δηλαδή την μείωση του αριθμού των εκπαιδευομένων μαθητών (γιατί οι λοιποί παράγοντες, εκπαιδευτικοί, διοικητικοί και άλλοι προφανώς έμειναν αμείωτοι...);;

Δεν είμαι από αυτούς που αρέσκονται να βλέπουν τις κοινωνικές παροχές με στενά, οικονομίστικα κριτήρια, η ανταποδοτικότητα μιας κοινωνικής παροχής είναι όμως αναγκαία και πρέπει να αντιστοιχίζεται με επιστροφή της επένδυσης ως προσφορά στην κοινωνία. Έχουμε δεχθεί το χρήμα, το νόμισμα, ως το μέτρο των πραγμάτων, πληρώνουμε με χρήμα σχολικά κτήρια, καθηγητές, διοικητικούς, έξοδα λειτουργίας, τα πληρώνουμε από το υστέρημα μας που διαρκώς συρρικνούται και όχι από το πλεόνασμα μας που θα κάνουμε δεκαετίες να δούμε. Αυτό λοιπόν το κόστος, αυτό το κοινωνικό χρήμα, πρέπει α. να υπάρχει, ως προκύπτον από την φορολογία μας, και β. να επιστρέφει στην κοινωνία, ως ανάπτυξη, ως βελτίωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, ως βάση δημιουργίας καλύτερων ανθρώπων.

Κοινωνική αντιπαροχή και βελτίωση που δυστυχώς δεν βλέπω, χρόνια τώρα... Αντίθετα βλέπω τους υποκείμενους στην «καλύτερη» παιδεία να καταλαμβάνουν άκριτα σχολεία και σχολές, βανδαλίζοντας και καταστρέφοντας, βλέπω πλήρη ένδεια σκέψης, λόγου και επιχειρημάτων η οποία εκδηλώνεται με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο στον πολιτικό και αθλητικό κ-οπαδισμό που κυριαρχεί στη χώρα μας, βλέπω την απόλυτη παράνοια οι γονείς να διαμαρτύρονται για περισσότερη και καλύτερη παιδεία βγάζοντας το παιδί τους από το μάθημα στο δρόμο και την τηλεοπτική/φωτογραφική κάμερα για να «διαμαρτυρηθεί»...



Οι εικονιζόμενοι/-ες στην παραπάνω φωτογραφία είναι μαθητές γυμνασίου και λυκείου, θα ήταν πιό ισχυρό επικοινωνιακά να βάλω αντ'αυτών κάποιους από τους «διαδηλώνοντες» μαθητές νηπιαγωγείων και δημοτικών που όλοι έχετε δει πολλάκις στις τηλεοπτικές κάμερες των διαφόρων πρωινών ενημερωτικών εκπομπών, δεν μου το επιτρέπει όμως η παιδεία και η κοινωνική ηθική μου... sorry...

Θυμάμαι τα σχολικά μου χρόνια δεκαετίες πρίν, κι εμείς είχαμε κοινωνική και οικονομική ένδεια, παλιά κτήρια, ελλείψεις σε θρανία και εκπαιδευτικό υλικό, κακογραμμένα βιβλία. Εννοείται δε ότι κι εμείς είχαμε καθηγητές πολιτικά ενεργούς, κι εμείς είχαμε γονείς συνδικαλισμένους, ουδείς τους όμως διενοήθη ποτέ να μας βγάλει στους δρόμους για να «διεκδικήσουμε το δίκιο μας», αντίθετα σήκωναν το βάρος της διαμαρτυρίας μας έκοντες άκοντες για να μείνουμε εμείς ανεπηρέαστοι, να διαβάσουμε, να μορφωθούμε, να γίνουμε κάτι καλύτερο από αυτούς...

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πως φτάσαμε στον σημερινό ευτελισμό των πάντων, πως εκπέσαμε στο να μετατρέπουμε τους μαθητές μας σε αμόρφωτο –ή σωστότερα, ημιμαθή- όχλο ακολούθων, χειροκροτητών. Επιτρέψαμε να αποχαρακτηριστεί η παιδεία και η πρόοδος από προϊόν προσπάθειας και δουλειάς, επιτρέψαμε να γίνει έπαθλο της ήσσονος προσπάθειας, του καταφερτζικισμού, της «μαγκιάς», αυτός είναι σίγουρα ο κύριος λόγος.

Θυμάμαι τον πρώτο μου δάσκαλο να λέει «ο μαθητής είναι σαν το τόπι, όσο πιό πολύ το χτυπάς τόσο πιό ψηλά ανεβαίνει». Και βέβαια δεν θυμάμαι να έφαγα ξύλο ως μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η φυσική τιμωρία ήταν πάντα το έσχατο μέσο διόρθωσης μιας κακής συμπεριφοράς. Θυμάμαι όμως την διαρκή πίεση για το αποτέλεσμα και την ανταμοιβή, μεγαλύτερη σε αυτούς που πέτυχαν, μικρότερη σε όσους προσπάθησαν, παρακίνηση σε όσους μπορούσαν. Θυμάμαι και την σαφή επιτίμηση προς όσους απλώς αρνούνταν, δεν ήθελαν, να συμμετάσχουν στην ομάδα, να δουλέψουν μαζί με τους υπολοίπους για το αποτέλεσμα. Οι δάσκαλοι μας δεν παρέλειπαν να μας υπενθυμίζουν το αυτονόητο, ότι η κοινωνία πάντα θα προχωράει μπροστά και αυτοί θα μένουν πίσω, όχι από αδυναμία ή βιολογικό λόγο (για τα οποία ούτως ή άλλως φρόντιζε η κοινωνία), αλλά αποκλειστικά από δική τους επιλογή.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται ότι απέτυχε η κοινωνία μας. Αντί να επενδύσει σε όσους προχωρούσαν μπροστά και να βοηθήσει και τους υπολοίπους να ακολουθήσουν, ουσιαστικά αποεπένδυσε δίνοντας δυσανάλογη βαρύτητα σε αυτούς που δεν ήθελαν την πρόοδο ώστε να μην αναστατωθεί η ανυπαρξία τους, καθιέρωσε το μοντέλο του «υπουργού-χουβαρντά», όπως έγραφε σε άρθρο του από τη χθεσινή στην Καθημερινή ο παλιός φίλος Γιώργος Παγουλάτος. Και υποχρέωσε όλους τους υπολοίπους ή να πειθαρχήσουν ή να αποχωρήσουν...

Αντί επιλόγου, σας καλώ να διαβάσετε όσα γράφει ο κ. Παγουλάτος και περιμένω τα όποια σχόλια σας...

Το τέλος του υπουργού-χουβαρντά; [του Γιωργου Παγουλατου]

Εχει μια ιδιαίτερη σημασία η απόφαση του υπουργείου Παιδείας να κλείσει, μέσω συγχωνεύσεων, 1.056 σχολικές μονάδες, συνενώνοντας 1.933 σχολεία σε 877, επί συνόλου 16.000 σε όλη τη χώρα. Δεν είναι μόνο ο προφανής εξορθολογισμός και η εξοικονόμηση πόρων σε μια χώρα που είναι πρώτη στον ΟΟΣΑ σε αναλογία μαθητών/καθηγητών. Δεν είναι ούτε το μέτωπο με την ΟΛΜΕ, τη λαϊκίστικη αντιπολίτευση και τον μικροτοπικισμό. Είναι όλα αυτά και κάτι ακόμα: ότι ένα υπουργείο δείχνει εμπράκτως πως δεν θεωρεί υποχρέωσή του να λειτουργεί ως υπερασπιστής παντός κεκτημένου και πάτρωνας των υπαλλήλων του και των εποπτευόμενων συμφερόντων.

Χουβαρντάδες υπουργοί ξεχείλωσαν τον δημόσιο τομέα οδηγώντας μας όλους στη χρεοκοπία. Υπάλληλοι και προστατευόμενες συντεχνίες είχαν έναν δεδομένο πολιτικό υπερασπιστή: τον κατά κλάδο προϊστάμενο υπουργό, ενάντια ενίοτε στην υπόλοιπη κυβέρνηση και την κοινωνία. Ο υπουργός περιχαράκωνε τον προϋπολογισμό και την επικράτεια του υπουργείου του. Ηταν ο προστάτης πάτρωνας, που έδινε τη μάχη για περισσότερους πόρους, αρμοδιότητες, φορείς κι οργανισμούς, προσλήψεις και λεφτά. Λειτουργούσε κάπως σαν τα μεγάλα αφεντικά του ποδοσφαίρου που πιέζονται από τους οπαδούς να πάρουν το πρωτάθλημα, έστω κι αν χρειαστεί να «φτιάξουν» τον αγώνα. Ετσι κι ο υπουργός–πάτρωνας ήταν ένα είδος πολιτικού αφεντικού, που το κριτήριο επιτυχίας του ήταν να κρατάει την υπουργική επικράτειά του ευχαριστημένη και χορτάτη.

Το κυβερνητικό μας σύστημα ήταν κατ’ ευφημισμόν πρωθυπουργικό. Στην πραγματικότητα, συνιστούσε μια συνομοσπονδία υπουργικών φέουδων, που το καθένα λειτουργούσε για λογαριασμό των «δικών του» υπηκόων. Το γενικό συμφέρον, το δημοσιονομικό κόστος, η εθνική οικονομία, όλα έπονταν μπροστά στην ανάγκη του υπουργού να γίνεται αρεστός στην υπουργική και βουλευτική του πελατεία.

Φεύγουμε από αυτή την παράδοση; Θα έπρεπε επειγόντως, αλλά οι ενδείξεις είναι τουλάχιστον ανάμεικτες. Για κάθε υπουργό Οικονομικών που ξεκινά την οδυνηρή περικοπή επιδομάτων από τους υπαλλήλους του, υπάρχει ένας υπουργός Δικαιοσύνης που προστατεύει τα συντεχνιακά κεκτημένα του κλάδου. Για κάθε μάχη με τη διαφθορά και τα πιράνχας του συστήματος υγείας, υπάρχουν δύο υποχωρήσεις στα οργανωμένα συμφέροντα. Πολλοί στην κυβέρνηση αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας, έχοντας οικοδομήσει την καριέρα τους στη γενναιοδωρία υποσχέσεων και δημοσίου χρήματος. Ακόμα χειρότερη η εικόνα σε εποπτευόμενους φορείς και οργανισμούς, όπου χτίζονται φέουδα και βαρωνίες. Ετσι όμως χάνεται καθημερινά η μάχη.

Υπάρχουν δήμοι στην περιφέρεια που συνεχίζουν να μοιράζουν λεφτά στα στελέχη τους κατά τρόπο προκλητικό. Υπάρχει όμως και ο νέος δήμαρχος Αθηναίων, που είχε το θάρρος, σε εποχή θυσιών για όλους, να πολλαπλασιάσει τους εχθρούς του, εξοικονομώντας πόρους από τον 984 για τις κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου. Υπάρχει κι ο νέος δήμαρχος Θεσσαλονίκης που ανακοίνωσε ότι εφεξής θα υποστηρίζει οργανισμούς μόνο εάν υπάρχει συγχρηματοδότηση από την κοινωνία. Κάτι κινείται.

Στο ασφυκτικό περιβάλλον του Μνημονίου, ένα θετικό υπόδειγμα αναδύεται. Η κοινωνία απαιτεί από την κυβέρνησή της έμπρακτες επιδόσεις ορθολογικής διαχείρισης των πόρων. Μαθαίνουμε να μετράμε, να συγκρίνουμε, να αξιολογούμε, να κοστολογούμε. Πρόκειται για μια δραστική αλλαγή αντίληψης. Περάσαμε το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολίτευσης με μια λογική πολιτικού βολονταρισμού και χαλαρού δημοσιονομικού περιορισμού: όλα είναι δυνατά, αρκεί να τα θέλουμε. Και τα θέλαμε όλα. Και σχολείο σε κάθε γειτονιά, και συγγράμματα δωρεάν, και σύνταξη στα 50, και «τους καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες», και κανόνια και βούτυρο. Και την εφορία μακριά. Στο χείλος της κατάρρευσης του 2009, το ΠΑΣΟΚ έγινε κυβέρνηση διαβεβαιώνοντας ακόμα ότι «υπάρχουν λεφτά». Τώρα πρέπει να αλλάξει τον εαυτό του και τη χώρα.

Η κοινωνία μας ήταν ευαίσθητη για τη διανομή πόρων, αλλά αδιάφορη για την παραγωγή τους. Οι καλοί λογαριασμοί κι η αποταμίευση είχαν προ πολλού δυσφημιστεί ως συντηρητικές μικροαστικές εμμονές. Οποτε εμφανίστηκαν πολιτικοί με έναν παλαιομοδίτικο σεβασμό στο δημόσιο χρήμα, όπως ο Αλέκος Παπαδόπουλος, αντιμετωπίστηκαν ως στρυφνοί και δυσάρεστοι. Ο Κώστας Σημίτης λοιδορήθηκε ως «λογιστής». Ο κόσμος προτιμούσε τους πολιτικούς του ανοιχτοχέρηδες και ανοιχτόκαρδους, να γλεντάνε στα μπουζούκια, να μοιράζουν λεφτά και διορισμούς. Μέσα στον δήθεν ανυπότακτο Ελληνα κρυβόταν ένας ραγιάς, που γοητευόταν από τις επιδείξεις ισχύος. Που σνόμπαρε τον πλούτο και τη διαδικασία νόμιμης δημιουργίας του, αλλά ζήλευε την δημόσια επίδειξή του. (Σε ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες συμβαίνει το αντίθετο: περιφρόνηση για την επίδειξη πλούτου και σεβασμός για την παραγωγή του).

Ο βολονταρισμός της μεταπολίτευσης έδεσε με την κουλτούρα του κεκτημένου, του «αδιαπραγμάτευτου» και ανυποχώρητου. Ομως στον πραγματικό κόσμο οι επιθυμίες μας περιστέλλονται από εξωτερικούς περιορισμούς. Οι πόροι είναι πάντα περιορισμένοι – σήμερα περισσότερο παρά ποτέ. Η διακυβέρνηση είναι μια διαρκής πορεία επιλογών, διλημμάτων, σταθμίσεων, συμβιβασμών, όπου καλείσαι πάντα να θυσιάσεις κάτι για να πετύχεις κάτι σημαντικότερο. Στη δημόσια σφαίρα καθετί που μπορεί, πρέπει να κοστολογείται, να συγκρίνεται και να αποτιμάται. Για να ξέρουμε τι θυσιάζουμε και τι θα μπορούσαμε να έχουμε στη θέση του.

Αν είμαστε τυχεροί, ο πολιτικός του μέλλοντος θα δίνει λόγο για το χρήμα που διαχειρίζεται, θα ελέγχεται για όσα εξοικονομεί, θα πολλαπλασιάζει τις κοινωνικές αποδόσεις, θα πετυχαίνει πολλά με τα λίγα. Θα λέει «όχι» και δεν θα φοβάται να γίνεται δυσάρεστος.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Κολέγιο της Ευρώπης.