4.3.11

Αυτογνωσία και χρέος...



«Το χρέος δεν είναι «αόρατο». Μπορεί να το δει κανείς στις πρώην κατάφυτες παρυφές τη Πάρνηθας και της Πεντέλης και στα ολυμπιακά ερείπια κατεβαίνοντας την Κηφισίας, δεξιά. Του λέει καλημέρα κάθε πρωί. Είναι οι γείτονες, ο κ. Μάκης, 55άρης συνταξιούχος της ΔΕΗ και η κ. Γεωργία, μόλις συνταξιοδοτηθείσα από το υπουργείο Οικονομικών στα 50 της. Είναι και ο Κωστάκης, ο γιος, 25 χρονών, που προσλήφθηκε από τον θείο στο υπουργείο «με σύμβαση». Μεταξύ τους, οικογενειακό εισόδημα 8.000 ευρώ τον μήνα, με προσφορά στην εθνική οικονομία ακριβώς μηδέν. Το βλέπουμε στον Ελληνα αγρότη που «πάχυνε» τα τελευταία 30 χρόνια με τις επιδοτήσεις και το καθισιό, τόσο που τα καρδιαγγειακά θερίζουν. Το βλέπουμε στο 600 δισ. των καταθέσεων στην Ελβετία, στους γάμους στο Παρίσι, στο Χρηματιστήριο του 2000, στους γιατρούς της DePuy, και στα «χρυσά παιδιά» της λαίλαπας του 2004-2009»... απόσπασμα από ένα ενδιαφέρον άρθρο του Λυκούργου Λιαρόπουλου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Καθημερινή της Κυριακής 27.02.2011

Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να πουλήσουμε μέρος της «εθνικής περιουσίας» για να μειώσουμε το χρέος. Για κάθε λογικό νοικοκύρη, η απάντηση είναι ναι. Το ερώτημα που με απασχολεί είναι αν μπορούμε, πόσο και πότε. Η απάντηση είναι αποκαρδιωτική και γίνεται πολύ δυσκολότερη με τη συζήτηση που μόλις άνοιξε. Γιατί και πώς άνοιξε, είναι μυστήριο. Κάποιοι ξέρουν, αλλά ο ελληνικός λαός τρελαίνεται από το «σκωτσέζικο ντους» στο οποίο υποβάλλεται. Η δε πολιτική σπέκουλα της μείζονος και της «τρελαμένης» αντιπολίτευσης είναι επιεικώς εξοργιστική και εθνικά επιζήμια, ειδικά, όταν το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου χρέους οφείλεται και σε δικά τους «κατορθώματα».

Το χρέος δημιουργείται από τα ετήσια πρωτογενή ελλείμματα. Κάθε χρονιά που το κράτος ξοδεύει περισσότερα από όσα μαζεύει δημιουργεί πρωτογενές έλλειμμα. Αυτό προστίθεται στο χρέος και, φυσικά, τοκίζεται. Κάθε χρόνο το κράτος δανείζεται για να καλύψει τόκους και δόσεις του παλαιού χρέους και το πρωτογενές έλλειμμα. Το διαβόητο Μνημόνιο έχει, συνεπώς, έναν πολύ απλό λόγο ύπαρξης. Μας δίνει δανεικά που καλύπτουν τις ανάγκες του χρέους και το ετήσιο πρωτογενές έλλειμμα, με την υπόσχεση, όμως, ότι θα το μηδενίσουμε το 2014. Αυτό σημαίνει ότι από το 2015 και μετά, το χρέος θα αρχίσει να μικραίνει και θα το χρηματοδοτούμε, πλέον, με τις δικές μας δυνάμεις, δηλαδή από πρωτογενή πλεονάσματα, όπως έγινε τις περισσότερες από τις χρονιές της πρωθυπουργίας Σημίτη, με αποτέλεσμα την «κατάκτηση» του ευρώ.

Το χρέος δεν είναι «αόρατο». Μπορεί να το δει κανείς στις πρώην κατάφυτες παρυφές τη Πάρνηθας και της Πεντέλης και στα ολυμπιακά ερείπια κατεβαίνοντας την Κηφισίας, δεξιά. Του λέει καλημέρα κάθε πρωί. Είναι οι γείτονες, ο κ. Μάκης, 55άρης συνταξιούχος της ΔΕΗ και η κ. Γεωργία, μόλις συνταξιοδοτηθείσα από το υπουργείο Οικονομικών στα 50 της. Είναι και ο Κωστάκης, ο γιος, 25 χρονών, που προσλήφθηκε από τον θείο στο υπουργείο «με σύμβαση». Μεταξύ τους, οικογενειακό εισόδημα 8.000 ευρώ τον μήνα, με προσφορά στην εθνική οικονομία ακριβώς μηδέν. Το βλέπουμε στον Ελληνα αγρότη που «πάχυνε» τα τελευταία 30 χρόνια με τις επιδοτήσεις και το καθισιό, τόσο που τα καρδιαγγειακά θερίζουν. Το βλέπουμε στο 600 δισ. των καταθέσεων στην Ελβετία, στους γάμους στο Παρίσι, στο Χρηματιστήριο του 2000, στους γιατρούς της DePuy, και στα «χρυσά παιδιά» της λαίλαπας του 2004-2009.

Ετσι μαζεύτηκαν τα 350 δισ. που χρωστάμε σήμερα στα συνταξιοδοτικά ταμεία της Γερμανίας και της Ολλανδίας και όχι στους «σπεκουλαδόρους», όπως ωρύεται η παράφρων Αριστερά. Το ζήτημα είναι πώς ξεχρεώνουμε. Ο τρόπος που αναλύσαμε, δηλαδή τα πρωτογενή πλεονάσματα, είναι θεωρητικά σωστός και απόλυτα αναγκαίος, αλλά είναι βραδύς για το μέγεθος του χρέους. Είναι και αβέβαιος, γιατί προϋποθέτει λαό πιο πειθαρχημένο από τον ελληνικό και ταχεία οικονομική ανάπτυξη, κάτι δύσκολο στη σημερινή και προβλεπτή διεθνή συγκυρία. Ο μόνος άλλος τρόπος, συνεπώς, είναι ο αντίστροφος του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκε το χρέος. Δηλαδή, περισσότερη φαντασία, δημιουργία και δουλειά, και πούλημα σε καλές τιμές όσων φτιάξαμε με δανεικά.

Φυσικά, πουλώντας τα αξιοθρήνητα ολυμπιακά «σκουπίδια», δεν θα πάρουμε πολλά. Αν, όμως, βρεθεί κάποιος τρελός, κάποια λεφτά θα ξοδέψει για να τα αναπτύξει, κάποιοι θα δουλέψουν, θα εισπράξουμε φόρους και, κυρίως, θα γλιτώσουμε από τα έξοδα που ακόμη μας δημιουργούν. Το ίδιο και με τις περίφημες εθνικές ΔΕΚΟ. Αν παραφρονήσει κάποιος και αγοράσει το 30% της ΔΕΗ, πακέτο με τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, θα νιώσει κανείς «εθνική ντροπή» ή αντίθετα απέραντη ανακούφιση; Εθνική ντροπή είναι να χάνεις τα καλύτερα παιδιά σου γιατί δεν μπορείς να τα σπουδάσεις και να τους βρεις δουλειά. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις κλάψες και τον εθνικό αυτοχειριασμό και ας ψάξουμε για λύσεις πραγματικής εθνικής υπερηφάνειας. Δηλαδή, να μην χρωστάμε περισσότερα από όσα αντέχουμε να ξεπληρώνουμε με άνεση. Ισως τότε να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε και τα άλλα εθνικά μας δίκια, που τα «ξεχνάμε» αναγκαστικά όσο είμαστε «πνιγμένοι στα χρέη».