9.2.11

Συνδικαλισμός άνευ εργασίας: μια διαχρονική ελληνική «αξία»...



Πολλά χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, έγραφα σε ένα νεανικό κομματικό έντυπο το αυτονόητο για μένα, ότι ο συνδικαλιστής πρώτα πρέπει να μάθει να δουλεύει και μετά να μάθει να συνδικαλίζεται, γιατί μόνο τότε θα μπορέσει πραγματικά να εκπροσωπήσει τους εργαζόμενους στο πρόβλημα τους. Είχα φρέσκες βλέπετε τις εμπειρίες ως συνδικαλιστής στη σχολή μου. Όντας παράλληλα και εκπρόσωπος στην σύγκλητο και με μια σειρά από κομματικές θέσεις ευθύνης που απορροφούσαν τον ωφέλιμο χρόνο μου δεν μπορούσα να βρίσκομαι στη σχολή, εκεί που με είχαν ανάγκη οι φοιτητές, είχα αποξενωθεί από την πραγματικότητα. Μίλαγα ωραία και δυναμικά, αλλά μίλαγα στρογγυλεμένα, πολλές φορές και μακρυά από το πρόβλημα, άρα και μακρυά από τους φοιτητές που πλέον είχαν αρχίσει να γκρεμίζουν τους μύθους της αριστεράς και ψήφιζαν ανθρώπους που μπορούσαν να καταλάβουν την καθημερινότητα, το πρόβλημα τους...

Με το απλό μυαλό μου, ήταν για μένα προφανές αυτό που διάβασα χρόνια αργότερα να γράφει ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Θ. Λιανός: «Σύμφωνα με τη θεωρία η δουλειά των συνδικαλιστών είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η προστασία τους από τις αυθαιρεσίες του εργοδότη. Σύμφωνα, όμως, με την εμπειρία η δουλειά των συνδικαλιστών είναι η προστασία των συντεχνιακών συμφερόντων και η προώθηση των δικών τους προσωπικών φιλοδοξιών. Ενας θέλει να διατηρήσει την εξουσία που έχει και να ανέλθει συνδικαλιστικά. Αλλος θέλει να γίνει βουλευτής και, με τα κατάλληλα προσκυνήματα, υπουργός. Αλλος θέλει να γίνει ευρωβουλευτής. Αλλος θέλει να ανέβει στην κομματική ιεραρχία. Αυτές είναι θεμιτές και ευγενείς φιλοδοξίες, όχι όμως όταν επιδιώκονται εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, όπως συμβαίνει στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες...»

Το άρθρο μου εκείνο δημιούργησε γκρίνια, όπως έμαθα μερικές μέρες αργότερα «αρμοδίως». Γκρίνια από τους «επαγγελματίες» συνδικαλιστές του κόμματος που ένιωσαν ότι «βάλλονται εκ των έσω»... Από τότε πέρασαν μερικές κρίσιμες δεκαετίες για την Ελλάδα. Εγώ έκλεισα τον κύκλο μου στο έντυπο αυτό, δούλεψα (και δουλεύω) στον ιδιωτικό τομέα, συμμετείχα στο στήσιμο εταιρειών στην Ελλάδα και τις γύρω χώρες, ταξίδεψα, άκουσα, είδα, έμαθα, το ίδιο και πολλοί συναγωνιστές εκείνης της περιόδου, μέσα μας άλλαξαν πολλά. Και στην Ελλάδα άλλαξαν πολλά, άλλα –τα λίγα- προς το καλύτερο, άλλα –τα πολλά- προς το χειρότερο. Όπως τα βλέπω σήμερα, δυό πράγματα έμειναν απαράλλαχτα: ο λαϊκισμός και η δημαγωγία των σοσιαλιστών (μόνο που τώρα ο «καρκίνος» έχει κάνει μετάσταση και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά) και ο κομματισμός και η δεσπόζουσα θέση των (πάντα μη εργαζόμενων) συνδικαλιστών επί των εργαζομένων που «εκπροσωπούν» (μόνο που τώρα και αυτός ο «καρκίνος» έχει κάνει μεταστάσεις και σε ενώσεις επαγγελματιών και επιστημόνων).

Θυμήθηκα τα παραπάνω διαβάζοντας το άρθρο του Ανδρέα Πετρουλάκη στο protagon.gr με τίτλο «Παθογενής εκπροσώπηση» που αναφέρεται στο διαχρονικά «κλειστό» επάγγελμα του (αρχι)συνδικαλιστή (βλέπετε μερικούς στην φωτογραφία, συνδαιτημόνες του κορυφαίου εκπροσώπου του ελληνικού λαϊκισμού). Δεν καλύπτει όλα τα περιστατικά εκδήλωσης και έξαρσης του φαινομένου, αλλά αξίζει να το διαβάσετε και να κάνετε μόνοι σας τις λοιπές αντιστοιχίσεις...

O Πρόεδρος των φαρμακοποιών ζήτησε από την τηλεόραση να πληρώνει το ΙΚΑ τους φαρμακοποιούς μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το αίτημα φαίνεται λογικό και απευθύνεται στον Διοικητή του ΙΚΑ και τον Υφυπουργό Εργασίας. Υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια. Λίγους μήνες πριν, ολοκληρώθηκε η 6ετής θητεία του ίδιου ως Υποδιοικητή και στη συνέχεια Διοικητή του ΙΚΑ και μάλιστα επί δύο κυβερνήσεων και κατά τα φαινόμενα δεν τον απασχόλησε τότε να πληρώνονται οι φαρμακοποιοί εμπρόθεσμα. Μάλιστα, μεταξύ των συνομιλητών του την εποχή εκείνη που μιλούσε από την πλευρά της εξουσίας ήσαν και οι δύο πολιτικοί προς τους οποίους απευθύνεται σήμερα το αίτημα και οι οποίοι τότε μιλούσαν στο όνομα των εργαζομένων ως συνδικαλιστικοί τους εκπρόσωποι και δεν είμαι σίγουρος αν τώρα που βρίσκονται στην εξουσία φροντίζουν να υλοποιήσουν αυτά που ζητούσαν ως συνδικαλιστές.

Ο Αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου ξημεροβραδιάζεται στην κατάληψη του Υπουργείου Υγείας και στα κανάλια διατρανώνοντας τα αιτήματα των απεργών προς την ανάλγητη εξουσία. Λογικό και αυτό. Η λεπτομέρεια εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Αντιπρόεδρος είναι ο Δήμαρχος Αμαρουσίου, επιτυχημένος κατά τεκμήριο αφού επανεξελέγη και σίγουρα πολύ απασχολημένος ώστε να εργάζεται και ως γιατρός άρα και να μπορεί να εκπροσωπεί γιατρούς. Είναι σίγουρο ότι και ο ίδιος θα έχει εκπροσωπήσει την πλευρά της πολιτείας σε διαπραγματεύσεις με συνδικαλιστές συμβασιούχους του Δήμου και θα το ξανακάνει. Και στο απώτερο μέλλον, με τέτοια προβολή, καθόλου απίθανο να τον δούμε και βουλευτή ή και Υπουργό Υγείας να διαπραγματεύεται με τους απεργούς συνδικαλιστές γιατρούς κατά το πρότυπο του Νικήτα Κακλαμάνη που δοξάστηκε και στους δύο ρόλους. ΄Η μάλλον και στους τρείς.

Τί είναι τελικά η ιδιότητα του συνδικαλιστή; Ένας ρόλος; Ένα κουστούμι της συγκυρίας; Ή μήπως η ανάγκη των ίδιων προσώπων να βρίσκονται στο προσκήνιο κάτω από οποιαδήποτε ιδιότητα; Είναι δυνατόν να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους κάποιος ξένος στην καθημερινή εργασία τους; Κάποιος που μεταπηδά με ευκολία στην αντιπέρα όχθη; Κάποιος που έχοντας εξασφαλίσει διαρκή συνδικαλιστική άδεια απέχει επί χρόνια από το εργασιακό περιβάλλον; Που έχοντας εξασφαλίσει υψηλά εισοδήματα ο ίδιος από την ex officio συμμετοχή του σε Διοικητικά Συμβούλια καλεί τους εργαζόμενους των 600 ευρώ να απεργήσουν, όντας αποξενωμένος από την ψυχολογία και τους φόβους τους;

Καλά λέει ο Πρόεδρος του ΣΕΒ ότι με τέτοιες συνδικαλιστικές νοοτροπίες εμποδίζονται οι επενδύσεις και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Αλήθεια αυτός εκπροσωπεί συναδέλφους του; Πριν λίγα χρόνια πούλησε την επιχείρησή του αντί 500 εκατομμυρίων και δεν επανήλθε στις επιχειρήσεις. Ούτε επένδυσε τα χρήματα, ούτε δημιούργησε θέσεις εργασίας. Ραντιέρης, εκπροσωπεί μια κοινωνική ομάδα, των βιομηχάνων, στην οποία ο ίδιος δεν ανήκει. Η παθογένεια της εκπροσώπησης μοιάζει να είναι κάθετη.