3.2.11

Τι κοινό έχουν επιβατικό κοινό, συνταξιούχοι του ΙΚΑ και εργαζόμενοι των 700 ευρώ;



* άρθρο της Μαριάννας Πυργιώτη από την εφημερίδα Μακεδονία

Η απάντηση στο ως άνω ερώτημα είναι απλή. Ανήκουν, μαζί με πολλούς άλλους συμπολίτες μας, στη συμπαθή τάξη των... ιδιωτικής χρήσης υποζυγίων.

Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει διπλή και τριπλή ιδιότητα, όπως εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα, πατέρας παιδιού που σπουδάζει στην επαρχία ο οποίος παίρνει δύο λεωφορεία για να πάει στη δουλειά του και, φυσικά, ειλικρινώς φορολογούμενος. Ο εν λόγω πολίτης αυτής της εξωφρενικής χώρας είναι υποχρεωμένος να βιώνει μια διπλή ανισότητα.

Από τη μια, αγωνίζεται τριάντα - τριάντα πέντε χρόνια για την καριέρα του στον ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα με αμοιβές πολύ χαμηλότερες του μέσου ευρωπαϊκού όρου και με υπαρκτή την πιθανότητα της ανεργίας, έχοντας μπροστά του μια τεράστια μάζα άλλων εργαζομένων, οι οποίοι έχουν το προνόμιο της διά βίου μισθοδοσίας από τον κρατικό ή ημικρατικό εργοδότη τους. Από την άλλη, αυτοί οι εργαζόμενοι, οι οποίοι θεωρούν απολύτως φυσική αυτήν τη θεμελιώδη ανισότητα, δεν διστάζουν να διεκδικούν τα όποια αιτήματά τους σε βάρος του συνόλου, χωρίς να συνυπολογίζουν την ταλαιπωρία, την αναστάτωση και το κόστος που επιβαρύνει τους άλλους πολίτες.

Έτσι, λοιπόν, μπορεί να περιμένει κάποιος 2-3 μήνες για να τον δει ο γιατρός του ΙΚΑ και να βρεθεί ξανά στη θέση “αναμείνατε στο ακουστικό σας” επειδή έπεσε σε απεργία. Μπορεί να μην έχει ούτε 20-30 ευρώ στο τέλος του μήνα για να πληρώσει την ΕΥΔΑΠ, αλλά να πρέπει να πάει στη δουλειά του με το αυτοκίνητο γιατί απεργούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Μπορεί να κόβει έξοδα από όπου μπορεί, αλλά και απ’ όπου πονάει, για να επιβιώσει στην κρίση, να δέχεται απελπισμένος τη μείωση του μισθού του σιωπηλά, να μετράει και να ξαναμετράει λογαριασμούς, κάρτες, δόσεις και ανελαστικά έξοδα διαβίωσης, και να βρεθεί στον κλοιό που κάθε τρεις και λίγο στήνουν γύρω του διάφορες ομάδες συμπολιτών του για να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Θα μου πείτε, να μην απεργούν ή να μη διεκδικούν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή στις ΔΕΚΟ ή σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας το δίκιο τους; Να παραδοθούν χωρίς αντίδραση και χωρίς δυναμικές κινητοποιήσεις; Ασφαλώς όχι. Αλλά αν δεν μπορούν να βρουν άλλο μοχλό πίεσης πέρα από τους ταλαίπωρους συμπολίτες τους, τότε οι συνδικαλιστικές ηγεσίες τους να παραδώσουν τις ταυτότητές τους και να ασχοληθούν με την κηπουρική και την ανθοδετική.

Μοχλοί πίεσης υπάρχουν και είναι καιρός το μπρα ντε φερ με την εκάστοτε κυβέρνηση να γίνεται χωρίς την ομηρία ανθρώπων που δεν χρωστάνε σε κανέναν από τους δύο. Ειδικά όταν η κοινωνική πραγματικότητα είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια για “πολυτελείς” εναλλακτικές λύσεις, το να αναζητούν οι συνδικαλιστές άλλους τρόπους διεκδίκησης είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένο.
Φυσικά όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για μια παλαιοσυνδικαλιστική κάστα εργαζομένων που έχει μάθει εδώ και πολλές δεκαετίες να μη ρισκάρει τίποτε και να φωνάζει μαξιμαλιστικά για όλα. Αυτή η τσάμπα αγωνιστικότητα, καθώς λείπει ο βασικότερος παράγοντας κινδύνου, που είναι η ανεργία είτε λόγω απολύσεων είτε λόγω κλεισίματος της επιχείρησης, δημιούργησε μια αντίστοιχη στρεβλή νοοτροπία και ως προς τα όρια μιας διαπραγμάτευσης και ως προς την τελική της έκβαση.

Τι είχε να συνυπολογίσει δηλαδή ο “σκληροτράχηλος” εκπρόσωπος μιας ΔΕΚΟ; Μη και... χρεοκοπήσει η επιχείρηση και βρεθούν 1.000 οικογένειες στον δρόμο; Μια χαρά ελλειμματικές ήταν οι περισσότερες και μια χαρά κάλυπτε επί χρόνια τα χρέη ο κρατικός κορβανάς, κοινώς οι φορολογούμενοι ή, για να ακριβολογούμε, οι φορολογούμενοι και τα δάνεια του κράτους. Μήπως χρειάστηκε να συνυπολογίσει την πιθανότητα μιας δραματικής μείωσης των θέσεων εργασίας; Μία λέξη υπήρχε και ακόμη υπάρχει: Προσλήψεις, για να καλυφθούν τα κενά στην εταιρεία! Κατά συνέπεια, όλο το υπόβαθρο αυτής της συνδικαλιστικής πρακτικής στηριζόταν σε μία... πρωτοτυπία: Ήταν μια win-win μάχη!

Δεν είναι ο μεροκαματιάρης... ταξικός εχθρός
Στη μάχη συνδικαλιστών - κυβέρνησης οι υπόλοιποι πολίτες δεν είχαν φυσικά λόγο. Τι να κάνουν; Μπορούσαν να κάνουν κάτι, ώστε να αποφύγουν τα επέκεινα των απεργιών και των αγωνιστικών πρακτικών που γινόντουσαν στην πλάτη τους; Διότι επιχειρηματίας που να χάνει λεφτά δεν υπήρχε. Κράτος υπήρχε, το οποίο, για να πιεστεί, έπρεπε να πιέζεται με τη σειρά του από την κοινωνία. Ως εκ τούτου, οι ουρές των ταλαίπωρων πολιτών ή τα μποτιλιαρίσματα στους δρόμους όχι μόνο δεν ενοχλούσαν αλλά, τουναντίον, ήταν η -κρυφή φυσικά- “χαρά” των απεργών.

Και όποιος νόμιζε ότι η πρωτοφανής κρίση που έχει σαρώσει την εργατική και μικρομεσαία τάξη σε αυτήν τη χώρα θα προκαλούσε, αν μη τι άλλο, έναν προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να γίνονται οι κινητοποιήσεις ή οι διεκδικήσεις, ώστε να μην την πληρώνουν τα συνήθη υποζύγια, γελάστηκε. Τα ίδια και τα ίδια, λες και είναι ταξικός εχθρός ο μεροκαματιάρης και η εργαζόμενη κοπελίτσα, λες και ο παππούς που περιμένει από τα χαράματα να πάρει νούμερο στο ΙΚΑ και η άρρωστη που χρειάζεται τη συνταγή για τα φάρμακα της προσφέρονται για περαιτέρω ταλαιπωρία.

Τι είδους κοινωνική αλληλεγγύη είναι αυτή σε καιρούς που θα έπρεπε να κρατιόμαστε χέρι-χέρι για να μη χαθούν οι μισοί στην τρικυμία; Τι είδους μήνυμα δίνουν όσοι έχουν την ευθύνη για την καθοδήγηση των αγώνων των εργαζομένων; Εμείς να διασώσουμε ό,τι μπορούμε κι αφήστε τους άλλους στην τύχη τους;