27.1.11

Το «πρόβλημα» και ο «απροϋπόθετος» πρύτανης...



Το θέμα το ήξερε... Τον είχαν ενημερώσει κάποιοι συνεργάτες τις προάλλες... Οι φοιτητές ζητούσαν το χώρο στην παλιά Νομική για να διοργανώσουν έναν «ακτιβισμό» με μετανάστες, στην ουσία αυτό ήταν... Η επίσημη απάντηση βεβαίως των οργάνων της σχολής ήταν αρνητική αλλά ήξερε ότι αυτά ήταν τυπικά πράγματα, η ουσία ήταν ότι το happening είχε προετοιμαστεί με κάθε λεπτομέρεια, μέχρι και τους κομπάρσους είχαν διαλέξει έναν έναν, «θα φέρουν πάνω κάτω τριακόσιους μας είπαν, από την Κρήτη, με το πλοίο της γραμμής, Σάββατο βράδυ που δεν έχει και κόσμο...» τον είχαν ενημερώσει οι σχετικοί...

Του άκουσε, δήθεν προσεκτικά, δήθεν με ενδιαφέρον, είχε μάθει στη ζωή του να μην προβληματίζεται... Το μόνο που κάπως δεν του καθόταν καλά ήταν που ζητούσαν την άδεια, συνήθως αυτά τα πράγματα απλώς γίνονταν, ώστε μετά να μπορεί να πει κι αυτός ότι δεν ήξερε... «Πόσο τυχερός ήταν ο συνάδελφος από το Πολυτεχνείο», σκέφτηκε, «που δεν του είχαν πει από πριν ότι θα φιλοξενούσαν κόσμο στις αίθουσες του, έτσι τώρα δε μπορούσε κανείς να του ζητήσει ευθύνες κι ούτε τον πίεζαν και να κάνει κάτι»... Απόδιωξε τις κακές σκέψεις, έπρεπε να συγκεντρωθεί στον σκοπό του, την Παρασκευή είχε παράσταση, ήταν πρωταγωνιστής...

Το Σάββατο το μεσημέρι, όταν με το καλό σηκώθηκε, το θυμήθηκε... Πήρε τηλέφωνο στο υπουργείο, ζήτησε τον υπουργό αλλά δεν ήταν εκεί, του έδωσαν και μίλησε με κάποιον, του είπε τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, έπρεπε να κάνουν κάτι αλλά όχι εδώ, εκεί, αλλού... Ερχοταν και Κυριακή, μέρα Θεού, έπρεπε να αναπαυθεί, να αποτινάξει το βάρος της εβδομάδας... Θα παρακολουθούσε το θέμα αλλά από Δευτέρα, είχε κι άλλες δουλειές βέβαια αλλά θα το παρακολουθούσε, το υποσχέθηκε στον εαυτό του, θα το παρακολουθούσε και στη σωστή ώρα θα έπαιρνε κι αυτός μέρος...

Έτσι ξημέρωσε η Τετάρτη... Ο καλός ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τις λεπτομέρειες... Εκεί λοιπόν που πίναμε τον πρωινό καφέ, άλλοι στο σπίτι, άλλοι στο δρόμο, άλλοι ήδη στο μεροκάματο, ακούσαμε την είδηση: θα μιλούσε, θα έδινε έκτακτη συνέντευξη τύπου, στις 08:30, μην λείψει κανείς... Ο δικός μας άνθρωπος επιτέλους θα έδινε τη λύση, σκέφτηκα κι εγώ με τους πολλούς... Και άλλαξα λίγο το πρόγραμμα μου να δω τι θα πει...

«Πήγε 08:30, ώρα να πάμε μέσα...», «έχουν έρθει όλοι;;», «ναι, θα έχουμε και κάποιες ζωντανές συνδέσεις...», «πάμε λοιπόν, μην το καθυστερούμε...»

Βγαίνοντας από το γραφείο του πήρε το ύφος που ταίριαζε στην περίσταση, σοβαρό, λίγο θλιμμένο, αλλά πάντως υπεύθυνο. Έτσι έπρεπε... Μπήκε στην αίθουσα... Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί, δημοσιογράφοι, κάμερες, μικρόφωνα, όχι, δεν είχαν έρθει όλοι... Κάθισε, λίγο πιο συνοφρυωμένος από πριν...

«Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε... Καλημέρα σας κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστούμε που είστε όλοι σήμερα εδώ...»

Οι κουβέντες κόπηκαν, στην αίθουσα ακούγονταν μόνο ανάσες και εκείνο το γουργούρισμα που κάνουν οι κάμερες όταν γράφουν...

«Όλοι... Δηλαδή, όλοι εσείς οι άνθρωποι των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης...», σκέφτηκε αλλά δεν το είπε... Άρχισε να μιλάει, είχε περάσει πολλές ώρες το βράδυ γράφοντας και σβήνοντας, διάβαζε με προσοχή και εκφωνούσε αυτά που είχε ετοιμάσει... Ξαφνικά παύση... Λίγο μακρύτερη από το συνηθισμένο... Στην αίθουσα απλωνόταν τώρα σιγή, σιγή που «έντυναν» οι κάμερες που γουργούριζαν και η ένταση που πια μπορούσες να την ακούσεις...

Σήκωσε το κεφάλι με στυλ... «το πρόβλημα είναι ξεκάθαρο... είναι η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής... η χώρα δεν έχει μεταναστευτική πολιτική... και πρέπει να αποκτήσει... και για να αποκτήσει αποφάσισα να καλέσω σε σύσκεψη στο γραφείο μου τον υπουργό Εσωτερικών Γιάννη Ραγκούση, την υφυπουργό Μετανάστευσης Άννα Νταλάρα, το δήμαρχο Αθηναίων Γιώργο Καμίνη και τον Περιφερειάρχη Αττικής Γιάνη Σγουρό... πρέπει να εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις... εύχομαι και ελπίζω τώρα που μιλάμε να είναι καθ’ οδόν αλλιώς δεν θα μπορέσω να εγγυηθώ τίποτα, δε θα έχουμε ποτέ αποτέλεσμα...»

Η ένταση της σιωπής αντικαταστάθηκε από ένα σούσουρο που όλο και δυνάμωνε... Τα κινητά βγήκαν από τις τσέπες και ανεβηκαν στα αυτιά... Οι φωνές άρχισαν χαμηλόφωνα και συνέχισαν πιο έντονες... Μέσ’ την αντάρα και τον χαμό, κάποιος ψέλλισε «καλά και οι τριακόσιοι που έχουν καταλάβει το κτήριο τι θα γίνουν; θα μείνουν; θα φύγουν; θα συνεχίσει η σχολή τη λειτουργία της; θα γίνουν οι εξετάσεις;», η φωνή του ίσα που έφτασε στο τραπέζι των ομιλητών... «το ζήτημα μεταβιβάστηκε έντεχνα σε αυτούς που δεν μπορούν και δεν οφείλουν να το διαχειριστούν, έτσι και ο θεσμός του Πανεπιστημίου τώρα ζητεί από το κράτος την εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων...» απάντησε κάποιος παρακαθήμενος...

Ώστε αυτό ήταν λοιπόν, μαγική εικόνα, ένα πολυθέαμα, κάτι σαν «ήχος και φως», μια μοναδική παράσταση με σύγχρονη σκηνοθεσία, με όλο τον θίασο πλέον επι σκηνής και τα δρώμενα να εξελίσσονται ταυτόχρονα, κινηματογραφικά, σε όλη την Αθήνα... «Απροϋπόθετος» άκουσα μια φωνή να λέει κάπου κοντά μέσα από μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων...

Βγήκα στο δρόμο... Τελικά ποια λύση υπάρχει σε τέτοια ζητήματα όπου θεσμοί, άνθρωποι, ιδεολογίες γίνονται ένα; Ποια είναι η λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την ελευθερία από την ασυδοσία; Ποια ερμηνεία μπορεί κανείς να δώσει στην υπευθυνότητα και την ύπαρξη της, την ευθύνη και την ανάληψη της...;;

Περπατούσα ανάμεσα σε ξαπλωμένα σεντόνια και απλωμένες πραμάτειες όταν χτύπησε το τηλέφωνο... «τελικά εσύ τι κατάλαβες, θα μείνουν, θα φύγουν, θα επέμβει η αστυνομία, είπε τίποτα συγκεκριμένο;;» «να σου πω την αλήθεια...» ξεκίνησα να λέω... «ναι... ναι... είσαι ακόμα στη γραμμή;; δε σε ακούω...», έπιασα τον εαυτό μου να μη μιλάει... «να σου πω την αλήθεια, πρέπει να σκεφτείς ότι το συγκεκριμένο είναι μια αφηρημένη έννοια, ότι κάποιος που μιλάει μπορεί να πει πράγματα που οι άλλοι θα ακούσουν ή πράγματα που δε θα ακουστούν... Τι θα πει τι είπε και τι άκουσα...;; Σημασία δεν έχει ο χώρος, σημασία έχει η ακουστική του, είναι επιστήμη τελικά και κάποιοι πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους που δεν το παραδέχονται...» «τι λες βρε φίλε;; το έχεις χάσει τελείως;; εγώ σε ρώτησα...»

Αυτός μιλούσε, εγώ συλλογιζόμουν, «αυτό είναι» φώναξα ξαφνικά, «είναι πολύ καλό τσάντα, τα σου το ντόσο μόνο πινίντα γιούρο», ένας μελαψός είχε πλησιάσει και κάτι μου έδειχνε, «κάντο όπως ο πρύτανης» του είπα και τον προσπέρασα... «τι λες ρε φίλε, σε μένα μιλάς;» άκουσα τον άλλο από το τηλέφωνο, έφερα το μικρόφωνο του handsfree κοντά στο στόμα μου, «κάντο όπως ο πρύτανης» είπα ξανά, ναι, αυτή ήταν η λύση, απλά μαθηματικά, το πρόβλημα υπάρχει όταν το αποδεχθείς, όσο δεν το αποδέχεσαι δεν υπάρχει, αν επανακαθορίσεις τη βάση του δε, τότε δεν είναι καν δικό σου γίνεται κάποιου άλλου...

«Φίλε μου τι έπαθες, είσαι καλά;» ρώτησε πάλι η φωνή στο τηλέφωνο, «καλά είμαι, έρχομαι», «τι ήταν αυτά που έλεγες, τι έκανε ο πρύτανης;», «δεν έκανε τίποτα ή –μάλλον- έκανε κάτι εξαιρετικά σημαντικό, μας έδειξε τον τρόπο να παύουν να υπάρχουν τα προβλήματα», «...να τα λύνουμε εννοείς...», «όχι, να παύουν να υπάρχουν...», «δηλαδή;»,

«Δες, πότε λέμε ότι υπάρχει πρόβλημα; όταν βλέπουμε κάποιον να ψάχνει τη λύση του...», «σωστά...», «αν όμως δε γινόταν έτσι;;», «δηλαδή;», «φαντάσου λοιπόν ότι γυρίζεις βράδυ σπίτι σου και βρίσκεις έναν άγνωστο θρονιασμένο στο σαλόνι σου...», «τότε έχω πρόβλημα και θα πάρω την αστυνομία...»,

«Αυτό είναι που σου έλεγα... Είναι το αποτέλεσμα που καθορίζει την αιτία τελικά... και γιατί να έχεις πρόβλημα;; αν βρεις κάποιον θρονιασμένο στο σαλόνι σου, μην πάρεις την αστυνομία, κάλεσε τον δήμαρχο και την κυβέρνηση να συζητήσετε την οικιστική πολιτική και τα μέτρα για την αναθέρμανση της οικοδομικής αγοράς... Κάντο όπως ο Πρύτανης... Φτιάξε καφέ, έρχομαι...!!»

«Πόσο δίκιο είχε ο Μαρκ Τουέιν, όταν συμβούλευε ότι είναι καλύτερα να σιωπάς και οι άλλοι να αναρωτιούνται αν είσαι ηλίθιος, παρά να μιλάς καθιστώντας έτσι πάσα αμφιβολία περιττή» τον άκουσα να λέει γελώντας... Και γέλασα κι εγώ...