24.1.11

Σπάει η «φούσκα των επιχειρήσεων»



* άρθρο του Κώστα Kαλλίτση στην Καθημερινή της Κυριακής 23.01.2010

ΤΟ ΑΤΟΜΟ σχολιάζει: μία από τις παράλληλες όψεις του φαινομένου «φούσκα» που παρουσιάζει ο αρθρογράφος είναι η αμιγώς οικογενειακή μορφή της πλειοψηφίας της αγοράς, ακόμα και «μεγάλων» επιχειρήσεων, όπου η δομή, το οργανόγραμμα, ο τρόπος λειτουργίας, τα καθήκοντα αποφασίζονταν με πρωτεύον κριτήριο την οικογενειακή σχέση, με τον πατερναλισμό της εργασίας να έρχεται να συμπληρώσει τον ματερναλισμό της οικογένειας. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες λειτουργούσαν απλώς συμπληρωματικά. Στρέβλωση που επέτειναν οι επιδοτήσεις των αναπτυξιακών νόμων της παρελθούσης τριακονταετίας, οι οποίοι απλώς επιδότησαν την μετάβαση από την «Οικογενειακή ΕΠΕ» στην «Οικογενειακή ΑΕ». Είναι προφανές ότι ο εγωισμός του Έλληνα και η αδυναμία του να συνεταιριστεί -ήτοι να παραχωρήσει με μέθοδο και αρχές μέρος του κυρίαρχου εγώ του στο κυρίαρχο εγώ του συνεταίρου- ενισχύθηκε και επιδοτήθηκε «κεντρικά» για να δημιουργήσει γενιές ισχυρών ανίσχυρων επαγγελματιών τροφοδοτών της δεξαμενής εξυπηρετήσεων μιας κομμουνιστικού τύπου κεντρικής κρατικής εξουσίας... Στο θέμα αυτό όμως θα επανέλθω εν καιρώ, προς ώραν διαβάστε το ενδιαφέρον άρθρο.


Πάσχουμε από υπερβολικά κέρδη ή από μικρά κέρδη; Και από τα δύο.

Στην Ελλάδα, τα κέρδη συνολικά των επιχειρήσεων είναι πολύ υψηλά συγκριτικά με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, είναι μεγαλύτερα κατά 50% τουλάχιστον. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, το μέσο ποσοστό κέρδους του επιχειρηματικού τομέα στην Ευρώπη είναι 20,1% ενώ στην Ελλάδα ανέρχεται στο εκπληκτικό 32,4%. Ομως, αν δούμε την κατανομή αυτών των κερδών ανά επιχείρηση, η εικόνα αντιστρέφεται: το μέσο ποσοστό κέρδους ανά επιχείρηση στην Ευρώπη ανέρχεται στο 12,6% ενώ στην Ελλάδα περιορίζεται στο 10,7%. Στην Ελλάδα, δηλαδή, ενώ η μάζα του κέρδους είναι εντυπωσιακά μεγάλη, το ανά επιχείρηση μέσο ποσοστό κέρδους είναι εντυπωσιακά μικρό. Μπορεί, μάλιστα, η μάζα του κέρδους να αυξάνεται αλλά, ταυτόχρονα, το μέσο ποσοστό κέρδους ανά επιχείρηση να μειώνεται. Γιατί αυτό το «παράδοξο»; Διότι, η πολύ μεγάλη μάζα του κέρδους διαχέεται σε ένα ακόμη μεγαλύτερο πλήθος επιχειρήσεων.

Η «φούσκα των επιχειρήσεων» – μια παθογένεια της οικονομίας μας.

Η μυθολογία περί μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι γνωστή, η αλήθεια είναι διαφορετική. Το ποσοστό των επιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερους από 10 μισθωτούς στην Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο της Ευρώπης των «27». Οι περισσότερες λειτουργούν εκτός παραγωγικής αλυσίδας, έχουν μεταπρατικό χαρακτήρα, είναι «επιχειρήσεις με βιτρίνα» που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, συνήθως για να του πουλήσουν εισαγόμενα προϊόντα. Είναι η δομή που «παράγει» φορο-εισφοροδιαφυγή και βεβαίως αναπαράγει την καθυστέρηση. Διότι η ανάπτυξη εργασιακών ικανοτήτων υψηλής στάθμης και η βελτίωση της παραγωγικότητας προϋποθέτουν οικονομίες κλίμακας και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Ενώ στη χώρα μας, μέσα σε ένα αρχιπέλαγος πολύ μικρών επιχειρήσεων, πνίγονται οι προϋποθέσεις να γίνουμε ανταγωνιστικοί. Μένουμε ουραγοί στην Ευρώπη με κριτήριο την παραγωγικότητα προσαρμοσμένη στο επίπεδο των αμοιβών, παραμένουμε ειδικευμένοι στην παραγωγή προϊόντων ανειδίκευτης εργασίας – μόνο 10% των εξαγωγών μας είναι προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ας μη θριαμβολογούμε για την πρόσφατη αύξηση των εξαγωγών, οφείλεται κυρίως στην ανάκαμψη της Ευρώπης και στην άνοδο του δολαρίου.

Δομές και όψεις υπανάπτυξης – μόλις τώρα απειλούνται με εξαφάνιση.

Ένα σημαντικό βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η κατάργηση της κρατικής προστασίας πολλών (κατά τα λοιπά…) ελεύθερων επαγγελμάτων. Κυρίαρχη θέση στην οικονομία της χώρας κατείχαν (και κατέχουν) οι αυτοαπασχολούμενοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Το ποσοστό τους στο σύνολο της απασχόλησης στην Ελλάδα είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ευρώπης. Ενα μεγάλο μέρος της παραγωγής νέου πλούτου (από τη σχετικά ολιγάριθμη παραγωγική μισθωτή εργασία της χώρας…) μετατρεπόταν σε πρόσοδο που ευνοιοκρατικά και άδικα εις βάρος της μισθωτής εργασίας καρπώνονταν μεγάλες κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών, των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων – ακριβέστερα των προστατευόμενων με προνομιακές κρατικές ρυθμίσεις επαγγελμάτων.

Τώρα, αυτή η προστασία καταργείται, καθώς η διεθνής πίεση τσακίζει παρωχημένες δομές για να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός:

Το μικρό φαρμακείο της γειτονιάς θα παραχωρήσει τη θέση του σε οικονομίες κλίμακας, σε μεγάλα καταστήματα συνεταιρισμένων φαρμακοποιών είτε σε πολυμετοχικές καπιταλιστικές αλυσίδες φαρμακείων. Η «φούσκα των επιχειρήσεων» σπάει – τι θα γίνει με χιλιάδες οικογένειες που θα πληγούν;

Το άμεσο (αυτό που θα έπρεπε να είχε γίνει χθες…) είναι να αναπτυχθεί ένα στέρεο δίχτυ προστασίας των θυμάτων της αναδιάρθρωσης που συντελείται διά της κρίσης. Το κράτος δεν έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες μέριμνας, οι δυνατότητες ανάπτυξης της κοινωνικής αλληλεγγύης είναι μεγάλες, τα συνδικάτα ίσως αφυπνιστούν και διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο.

Το δεύτερο είναι να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επανεκκίνησης της οικονομίας, παράλληλα με την εφαρμογή του Μνημονίου. Μέχρι τα τέλη της 10ετίας, για να ανταποκριθούμε σε πραγματικές ανάγκες ή συμβατικές υποχρεώσεις μας προς την Ε.Ε., υπολογίζεται ότι πρέπει να γίνουν επενδύσεις περί τα 15 δισ. ευρώ στην ενέργεια, 12 δισ. στις ανανεώσιμες πηγές και 8 δισ. στην επεξεργασία απορριμμάτων. Εφόσον επιταχυνθούν, η εισροή κεφαλαίων θα προκαλέσει μια εκρηκτική αναπτυξιακή δυναμική.

Δεν περισσεύει χρόνος. Αν θέλουμε, πέραν όλων των άλλων, να αποφύγουμε και έναν επικίνδυνο μιθριδατισμό: τον καθημερινό εθισμό μας στην καταστροφή (όχι μόνο πλούτου, αλλά κυρίως…) ανθρώπων.